ΤΑΞΙΚΑ ΕΝΕΡΓΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ

ΤΑΞΙΚΑ ΕΝΕΡΓΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ ΜΕ ΟΡΑΜΑ ΤΗΝ ΛΑΪΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ
"AMAT VICTORIA CURAM"="H ΝΙΚΗ ΑΠΑΙΤΕΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ"
για επικοινωνία και για τις αναρτήσεις,
τις σκέψεις και τις γνώμες σας,στο: predatorus_preda@easy.com

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Η αντεπανάσταση στην Ουγγαρία το 1956


Στις 23 Οκτώβρη του 1956 ξέσπασε αντεπανάσταση στη Λαϊκή Δημοκρατία της Ουγγαρίας. Βεβαίως, τα πρώτα ανοιχτά αντεπαναστατικά γεγονότα δεν προϊδέαζαν το τι θα επακολουθήσει. Αλλωστε, μια απλή φοιτητική διαδήλωση δε φανερώνει ότι μπορεί να είναι γεγονός - αφετηρία ένοπλης πάλης κατά της λαϊκής εξουσίας. Και όμως, η συνέχεια ήταν οδυνηρή για την εργατική τάξη και το λαό της Ουγγαρίας. Ας δούμε όμως τα γεγονότα που εξελίχτηκαν ραγδαία, αλλά όχι τυχαία.
Ολα ήταν μια καλά προσχεδιασμένη επιχείρηση από την αστική τάξη - που νικήθηκε και έχασε την εξουσία - σε αγαστή συνεργασία και συμμαχία με τα ισχυρά ιμπεριαλιστικά κράτη που δεν μπορούσαν να «χωνέψουν», πολύ περισσότερο να αποδεχτούν, ότι μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, μια σειρά χώρες αποσπάστηκαν από την αλυσίδα του καπιταλισμού και η εργατική τάξη σε συμμαχία με τη φτωχή αγροτιά και τ' άλλα λαϊκά στρώματα, καταχτώντας την εξουσία ακολουθούσαν το δρόμο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Αυτό ήταν και το πιο σπουδαίο, το πιο σημαντικό αποτέλεσμα του πολέμου για τους λαούς. Και τον οικοδομούσαν μέσα σε αντίξοες συνθήκες, τόσο λόγω του πολέμου και των καταστροφών που προκάλεσε, όσο και εξαιτίας της ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης.
Στις 23 Οκτώβρη, λοιπόν, έγινε στη Βουδαπέστη μια φοιτητική διαδήλωση. Ηταν σαν τη σπίθα που άναψε τη φωτιά της αντεπανάστασης, αφού το συγκεκριμένο γεγονός εκμεταλλεύτηκαν οι αντεπαναστατικές δυνάμεις, για να προκαλέσουν ένοπλες συγκρούσεις αμέσως μετά τη φοιτητική διαδήλωση.
Ο Ιμρε Νάγκι, που εκτελούσε χρέη πρωθυπουργού της ΛΔ Ουγγαρίας, από τις 24 Οκτώβρη 1956 αποδείχτηκε ότι δεν ήταν απλά ένας οπορτουνιστής ή - όπως η αστική προπαγάνδα τους ονομάζει - ένας «μεταρρυθμιστής», προκειμένου να... αναπνεύσει η δημοκρατία και η ελευθερία που δήθεν καταστέλλονται από την επανάσταση και το σοσιαλισμό. Αυτή η προπαγάνδα άλλωστε ήταν αιχμή της αντικομμουνιστικής - αντισοσιαλιστικής εκστρατείας του ιμπεριαλισμού, αμέσως μετά τον πόλεμο. Ο Ιμρε Νάγκι ήταν ένας αντεπαναστάτης, αφού υποστήριζε ανοιχτά τις ενέργειες για την ανατροπή της εργατικής εξουσίας. Πήρε ο ίδιος μέτρα για την ενίσχυση, και μάλιστα σε δυνάμεις και όπλα από το εξωτερικό, της αντεπανάστασης. Ηταν αυτός που σαν πρωθυπουργός, με το ξέσπασμα των γεγονότων στις 23 Οκτώβρη 1956 άνοιξε τα σύνορα με την Αυστρία και μπήκαν ανεξέλεγκτα όλα τα φασιστικά, αντιδραστικά στοιχεία που είχαν εγκαταλείψει την Ουγγαρία μετά την επανάσταση και τη νίκη της λαϊκής δημοκρατίας. Ετσι διείσδυσαν στην Ουγγαρία χιλιάδες οπλισμένοι φυγάδες από το εξωτερικό. Δηλαδή δυνάμεις οργανωμένες από τους καπιταλιστές και τσιφλικάδες της Ουγγαρίας που εγκατέλειψαν τη χώρα μετά την επανάσταση. Ετσι εξελίχτηκε ανοιχτό ένοπλο πραξικόπημα για την καπιταλιστική παλινόρθωση. Ο εξοπλισμός και ο ανεφοδιασμός των αντεπαναστατών γινόταν μέσω της αερογέφυρας Βιέννης - Βουδαπέστης, κύρια από αμερικανικά αεροπλάνα. Οι διπλωματικοί εκπρόσωποι των ΗΠΑ κι άλλων καπιταλιστικών κρατών έδιναν άμεσες οδηγίες στην ηγεσία τους.
Στην πρώτη φάση, μεταξύ 23 και 30 Οκτώβρη, οι αντεπαναστατικές δυνάμεις δεν τόλμησαν να εμφανιστούν ανοιχτά με αντισοσιαλιστικά συνθήματα και προπαγάνδα για την ανατροπή της εξουσίας. Πρόβαλαν αιτήματα, όπως π.χ. «αποσταλινοποίηση», «εκδημοκρατισμός και αποκέντρωση», «ουγγρικός εθνικός κομμουνισμός»1 κλπ. «Μεταρρυθμίσεις» δηλαδή, για ένα «δημοκρατικό σοσιαλισμό με ελευθερία», στο όνομα των εθνικών ιδιομορφιών. Μήπως όλες οι απόπειρες αντεπανάστασης και σε άλλες σοσιαλιστικές χώρες με τον ίδιο τρόπο, από την άποψη της προπαγάνδας, δεν ξεκίνησαν;
Στη δεύτερη φάση του πραξικοπήματος φάνηκε ανοιχτά ποιοι κρύβονται πραγματικά πίσω τους. Η αντίδραση, ενθαρρυμένη από την εξωτερική υποστήριξη, καθώς κι από την προδοτική πολιτική του Ιμρε Νάγκι, πέρασε μετά τις 30 Οκτώβρη στην ανοιχτή τρομοκρατία. «Στους δρόμους της Βουδαπέστης κυριαρχούσε η αντεπαναστατική τρομοκρατία, ομαδικά δολοφονούνταν κομμουνιστές και προοδευτικοί άνθρωποι. Κατά χιλιάδες φυλακίζονταν σ' όλη τη χώρα αγωνιστές του Κόμματος, πρόεδροι αγροτικών ενώσεων, πρόεδροι συμβουλίων, οπαδοί του σοσιαλισμού και προετοιμαζόταν η σφαγή τους. Στον πολιτικό στίβο είχαν επανεμφανιστεί οι καπιταλιστές, γαιοκτήμονες, τραπεζίτες, πρίγκιπες και κόμητες, με επικεφαλής τον Μίντσεντι. Εμφανίστηκαν στη Βουλή, ίδρυσαν μέσα σε δύο μέρες 28 αντεπαναστατικά κόμματα».2
Στις 3 Νοέμβρη 1956 δημιουργήθηκε - με επικεφαλής τον Γιάνος Κάνταρ - η επαναστατική εργατοαγροτική κυβέρνηση, για να υπερασπίσει τη λαϊκή εξουσία. Το Ουγγρικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα και η νέα εργατοαγροτική κυβέρνηση απευθύνθηκαν στην ουγγρική εργατική τάξη, κάνοντας έκκληση για υπεράσπιση της λαϊκής εξουσίας από την αντίδραση. Η Σοβιετική Ενωση ανταποκρίθηκε στην παράκληση της νέας ουγγρικής κυβέρνησης για διεθνιστική βοήθεια και συνέβαλε στη συντριβή των ένοπλων αντεπαναστατικών ομάδων. Με τη βοήθεια του Κόκκινου Στρατού αποσοβήθηκε στην Ουγγαρία ένας μακροχρόνιος εμφύλιος πόλεμος ενάντια στην αντεπανάσταση.
Από τότε μέχρι σήμερα η αστική ιμπεριαλιστική προπαγάνδα αξιοποιεί την αντεπανάσταση στο αντισοβιετικό - αντικομμουνιστικό της οπλοστάσιο, αντιστρέφοντας την πραγματικότητα. Κατηγορεί την ΕΣΣΔ αποδίδοντας την αιτία της δημιουργίας των γεγονότων στην επέμβαση του Κόκκινου Στρατού, ενώ αποδεδειγμένα οφείλονται στην ενθάρρυνση των υπολειμμάτων του προηγούμενου αστικού καθεστώτος από τον ίδιο τον ιμπεριαλισμό έως και τη δική του επέμβαση.
Δεν είναι η πρώτη φορά που αξιοποιούνται ιστορικά γεγονότα σαν αφορμή για την ίδια τη διαστρέβλωση της Ιστορίας. Το ιστορικό γεγονός αυτό καθεαυτό προσδιορίζει την πραγματικότητα του φαινομένου. Η προσέγγισή του, η κριτική του εξέταση, απαιτεί την ολόπλευρη αποκάλυψη των παραγόντων που το δημιούργησαν, αλλά και η αντικειμενικότητα της κριτικής εξαρτάται επίσης από ποια ταξική - πολιτική σκοπιά εξετάζεται, τόσο το ιστορικό γεγονός, όσο και οι παράγοντες που το δημιούργησαν. Εχει σημασία, επίσης, αυτή η προσέγγιση, όταν, μάλιστα, γίνεται μετά από την πάροδο αρκετών χρόνων.
Ο διεθνής ιμπεριαλισμός, με επικεφαλής τις ΗΠΑ, που πήραν το πάνω χέρι από τη Βρετανία στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα μετά τον πόλεμο, ουδέποτε αποδέχτηκε τα αποτελέσματα του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου και την ενίσχυση του σοσιαλισμού στην Ευρώπη και την Ασία (Κίνα, ΛΔ Κορέας). Γίνεται φανερό από τα μέτωπα που άνοιξε στην Απω Ανατολή κατά της ΛΔ Κίνας και κατά της ΛΔ Κορέας στα 1950, με την ωμή στρατιωτική επέμβαση στην περιοχή. Αλλωστε, ενδιαφερόταν ταυτόχρονα και για τα γεωστρατηγικά του συμφέροντα στην περιοχή, στον ανταγωνισμό του με την Ιαπωνία και ας ήταν ηττημένη στον πόλεμο.
Η συγκρότηση όμως του σοσιαλιστικού στρατοπέδου ήταν ο υπ' αριθμόν ένα αντίπαλος του ιμπεριαλισμού, οι θέσεις του οποίου και συρρικνώθηκαν στην παγκόσμια σκηνή. Εγκαινιάζοντας τη στρατηγική του ψυχρού πολέμου, προσπάθησε, μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ, αλλά και της εντεινόμενης ανάπτυξης των εξοπλισμών, να ενισχύσει τη δράση του, έχοντας ως στόχο την υπονόμευση των «νεαρών» τότε Λαϊκών Δημοκρατιών της Ευρώπης. Πρώτο «θύμα» αυτής της στρατηγικής ήταν η ίδια η ηττημένη Γερμανία, πιο σωστά ο γερμανικός λαός, που με ευθύνη των ιμπεριαλιστικών κρατών που έλεγχαν το δυτικό τμήμα της, διασπάστηκε, αφού σ' αυτό το τμήμα οργανώθηκε - με τις παλιές πολιτικές δυνάμεις του κεφαλαίου - αστική εξουσία, ενώ ενισχυόταν ποικιλόμορφα η γρήγορη ανάπτυξη του καπιταλισμού, με ενδυνάμωση των κεφαλαιοκρατών που έκαναν τον πόλεμο. Ετσι, ένα αποφασιστικό μέτρο ήταν και ο επανεξοπλισμός στο δυτικό τμήμα της Γερμανίας. Στο ανατολικό τμήμα ο λαός, με επικεφαλής την εργατική τάξη και το Κόμμα της, πήρε την εξουσία μετά την ίδρυση δυτικογερμανικού κράτους και άρχισε να οικοδομεί το σοσιαλισμό στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία. Την οποία επίσης οι ιμπεριαλιστές έκαναν απόπειρα (στα 1953) να ανατρέψουν.
Με την ίδρυση του NATO, τον Απρίλη του 1949, ενισχύονται οι εξοπλισμοί στη Δυτική Γερμανία, που είναι πλέον χώρα - μέλος του, και μάλιστα με επιθετικά όπλα, αφού τα σύνορα των δύο Γερμανιών είναι και γεωγραφικά όρια των δύο αντίπαλων συστημάτων. Ταυτόχρονα, η πολιτική της υπονόμευσης των νέων λαϊκοδημοκρατικών χωρών, εκτός της ΓΛΔ, βάζει στο στόχαστρο την Τσεχοσλοβακία, την Πολωνία και την Ουγγαρία, σε συνδυασμό με την προσπάθεια διάσπασης του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Μετά τα γεγονότα της Ουγγαρίας (4-1-1957) έγιναν συνομιλίες ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και τη ΓΛΔ. «Οι συνομιλίες αυτές παίρνουν μεγαλύτερη σημασία όταν τις δει κανείς στη χρονική στιγμή που πραγματοποιούνται, μετά δηλαδή τις τελευταίες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του NATO, με την ιδιαίτερη σημασία που δίνουν οι αποφάσεις αυτές στην πολεμική βιομηχανία της Δυτικής Γερμανίας, με το σχέδιο εξοπλισμού της Δ. Γερμανίας με ατομικά όπλα και με την επιμονή της κυβέρνησης της Βόννης στην πολιτική των στρατιωτικών συνασπισμών και της διαίρεσης της Γερμανίας».3
Χαρακτηριστικό της πολιτικής και των επιδιώξεων του ιμπεριαλισμού είναι και η εκτίμηση των ΗΠΑ για την περιοδεία του Τσου Εν Λάι στην ΕΣΣΔ, στη ΛΔ της Πολωνίας και τη ΛΔ της Ουγγαρίας εκείνη την περίοδο.
«Η "Ντέιλι Μίρορ" εκφράζοντας τη γνώμη επίσημων κύκλων έγραφε σχετικά ότι "η επίσκεψη αυτή δημιούργησε μεγάλη έκπληξη σε μερικούς ειδικούς του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, που βάσιζαν όλη τους την ως τώρα πολιτική πάνω στην προϋπόθεση ότι κάποτε οι Κινέζοι κομμουνιστές θ' αποσπαστούν από τη Μόσχα"».4
Βεβαίως, στην πορεία έγινε και αυτό, η διάσπαση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου μετά το 22ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, στο τέλος της 10ετίας του '50, αρχές της 10ετίας του '60. Παρακολουθούσε απλώς ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός τις διαφωνίες στρατηγικής που προέκυψαν στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα ή τις υπέθαλπε κιόλας, προκειμένου να συμβάλει στη διάσπαση του αντιπάλου του συστήματος, ως μέρος της ταχτικής του για την εξάλειψη του σοσιαλισμού; Μάλλον και τα δύο συνέβαιναν, όπως αποδείχτηκε με τα αντεπαναστατικά γεγονότα του 1989-1991.
Μέσα σ' αυτό το κλίμα, λοιπόν, διεθνούς ιμπεριαλιστικής έντασης, αμέσως μετά τον πόλεμο διαμορφώνονταν οι συνθήκες για το ξέσπασμα της αντεπανάστασης στην Ουγγαρία.
Υπήρχαν στοιχεία υποστήριξης της αντεπανάστασης ή και αποδείξεις ιμπεριαλιστικής επίδρασης; Το ζήτημα τέθηκε και στον ΟΗΕ με επιμονή.
Επανειλημμένα το ουγγρικό πρόβλημα μπήκε τόσο στην έκτακτη, όσο και στην τακτική 11η Σύνοδο του ΟΗΕ για συζήτηση και παρ' όλη την άρνηση της Ουγγαρίας ψηφίστηκε τελικά το σχέδιο της αμερικανικής απόφασης, για αποστολή παρατηρητών στις γειτονικές χώρες της Ουγγαρίας που είχαν σκοπό τη συλλογή πληροφοριών ενάντια στο λαϊκοδημοκρατικό καθεστώς.5
Αραγε, γιατί ενδιέφερε τόσο πολύ τις ΗΠΑ, ώστε να επιμένουν για παρατηρητές; Μήπως για να δημιουργήσουν προγεφύρωμα πιο άμεσης επέμβασης στο μέλλον; Την ίδια περίοδο σε άρθρο της εφημερίδας «Πράβντα» αναφέρονται τα εξής: «Οι δυτικές αστικές εφημερίδες γράφουν με αρκετή ειλικρίνεια πως τα γεγονότα της Ουγγαρίας τα προετοίμαζε από πολύν καιρό και με επιμέλεια η αντίδραση, τόσο στο εσωτερικό, όσο κι απ' έξω, πως από την αρχή έβλεπε κανείς σε όλα το έμπειρο χέρι των συνωμοτών. Ο καθοδηγητής της αμερικανικής κατασκοπείας Αλεν Ντάλες δήλωσε ανοιχτά πως "ξέραμε" από πριν τι θα γινόταν στην Ουγγαρία. Ο ανταποκριτής της δυτικογερμανικής εφημερίδας "Βέλι Αουτζόνταγκ" γράφει για έναν απ' τους στασιαστές: "Το πρώτο που είδα πάνω του ήταν το παράσημο του γερμανικού σιδηρού σταυρού". Η εφημερίδα "Φρανς-Σουάρ" δηλώνει πως οι αμερικανικοί ραδιοσταθμοί που μεταδίδουν τις "εκκλήσεις για ανταρσίες, έκαναν μεγάλο κακό" στην Ουγγαρία. Η ίδια εφημερίδα παραδέχεται πως στα γεγονότα της Ουγγαρίας έπαιξαν καθοδηγητικό ρόλο "τα πιο αντιδραστικά και έκδηλα φασιστικά στοιχεία"».6
Η εκτίμηση αυτή έρχεται να επιβεβαιωθεί ύστερα από 40 ακριβώς χρόνια. «Ο Βρετανός αξιωματούχος» - του οποίου η ταυτότητα δεν αποκαλύπτεται - λέει στο βιβλίο του Μάικλ Σμιθ, που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα στις 7 Νοέμβρη 1996: «Το 1954, "παίρναμε πράκτορες από τα ουγγαρέζικα σύνορα", τους οποίους οδηγούσαμε στην υπό βρετανικό έλεγχο περιοχή της Αυστρίας. "Τους πηγαίναμε στα βουνά και τους δίναμε μαθήματα μάχης... Μετά, αφού τους εκπαιδεύαμε με εκρηκτικά και όπλα, τους γύριζα πίσω... Τους εκπαιδεύαμε για την εξέγερση"».7
Ποιος, λοιπόν, έκανε την επέμβαση; Η ΕΣΣΔ ή ο ιμπεριαλισμός; Ηταν αναγκαία η διεθνιστική βοήθεια της ΕΣΣΔ; Ας αφήσουμε να απαντήσει ο Τίτο σ' αυτό, που δεν ήταν και υπέρμαχος, της με τέτοιο τρόπο έκφρασης του διεθνισμού μεταξύ των σοσιαλιστικών χωρών. Αλλωστε, αν και είχε αρχίσει η επαναπροσέγγιση τότε των Γιουγκοσλάβων με τους Σοβιετικούς, ο Τίτο και το καθεστώς της Γιουγκοσλαβίας ουδέποτε εγκατέλειψε τη φιλοδυτική του εξωτερική πολιτική, που ξεκίνησε ήδη από το 1948:
«Τα γεγονότα στην Ουγγαρία, πήραν τέτοια έκταση που έγινε φανερό ότι εκεί θα γίνει τρομερή σφαγή, τρομερός εμφύλιος πόλεμος, που σαν αποτέλεσμά του μπορεί να ξοφλούσε ο σοσιαλισμός πέρα για πέρα και τα πράγματα να τέλειωναν μ' έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο. Αν κι εμείς είμαστε ενάντια στις επεμβάσεις, δήλωσε ο Τίτο, η σοβιετική επέμβαση ήταν αναγκαία».8
Μετά απ' όλα αυτά καθένας μπορεί να αντιληφθεί ποιος οδήγησε στα γεγονότα, ποιος οργάνωσε την αντεπανάσταση και ποιος έκανε την επέμβαση. Αλλά επιβεβαιώνεται επίσης το γεγονός ότι η ταξική πάλη και μετά την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της απαιτεί την προσήλωση του Κόμματος στις αρχές της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, στη μέγιστη κινητοποίηση των λαϊκών δυνάμεων για την οικοδόμησή του και στη μέγιστη δυνατή επαγρύπνηση, ώστε να μην αφήνονται περιθώρια αξιοποίησης από τον ιμπεριαλισμό της όποιας παραβίασής τους ή να αντιμετωπίζονται άμεσα και αποφασιστικά οι ενέργειές του όταν εκδηλώνονται. Οπως τόνιζε η κυβέρνηση της Ουγγαρίας, που συγκροτήθηκε στις 3 Νοέμβρη του 1956, σε ανακοίνωσή της (6/1/57) «τα μέτρα της επαναστατικής κυβέρνησης των εργατών και αγροτών έγιναν δεκτά με αχαλίνωτη κακία και μίσος απ' την αντεπανάσταση κι απ' το διεθνή ιμπεριαλισμό που την πατρονάρει. Η κακία και το μίσος τους οφείλονται στο γεγονός ότι η κυβέρνησή μας δεν είναι κυβέρνηση των τσιφλικάδων, των καπιταλιστών και των ιμπεριαλιστών του δολαρίου, μα κυβέρνηση της σοσιαλιστικής επανάστασης, των εργατών και των αγροτών, κυβέρνηση της δικτατορίας του προλεταριάτου».9
Επίσης, στην Εισήγηση της ΚΕ του Ουγγρικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (ΟΣΕΚ) στην Κομματική Σύσκεψη της 27 Ιούνη του 1957 αναφέρονται τα εξής: «Η αντεπαναστατική επίθεση επιβεβαίωσε χωρίς εξαίρεση και από κάθε άποψη την εκατοντάχρονη διδασκαλία του μαρξισμού. Η ασυμβίβαστη αντίθεση ανάμεσα στην αστική και την εργατική τάξη, αυτή η θέση που διατυπώθηκε από τον Μαρξ πριν 100 χρόνια, εκφράστηκε με εκρηκτική μορφή τον Οκτώβρη του 1956. Στην περίοδο των αγώνων του ΚΚΣΕ το 1917, την εποχή που οι αναθεωρητές και άλλα μικροαστικά στοιχεία απαιτούσαν "καθαρή δημοκρατία και ελευθερία", ενώ είχαν επιτεθεί ενάντια στην εξουσία του προλεταριάτου, ο Λένιν απέδειξε ότι κάτω από τις δοσμένες συνθήκες τέτοια αιτήματα είναι αιτήματα της καταπιεζόμενης από την εξουσία του προλεταριάτου αστικής τάξης. Αυτές οι διαπιστώσεις του Λένιν αποδείχτηκαν και στη δική μας περίπτωση ορθές».10
1, 2. Γιάνος Κάνταρ: «Για μια σοσιαλιστική Ουγγαρία», εκδ. «Μαρξίστισε Μπλέτερ», 1976, σελ. 4, «Ιμπεριαλιστική Αντεπανάσταση», ένθετο «Ρ», Νοέμβρης 2001.
3, 4, 5. «ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ», τεύχος Γενάρη 1957.
7. «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» 23/10/96.
6, 8. «ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ», τεύχος Δεκέμβρη 1956.
9. «ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ», τεύχος Γενάρη 1957.
10. Γιάνος Κάνταρ, στο ίδιο, σελ. 20, και «Ιμπεριαλιστική Αντεπανάσταση», ένθετο «Ρ», Νοέμβρης
2001.
«Επανάσταση των μαζών» ή αντεπανάσταση;
Την εποχή της κυριαρχίας του καπιταλισμού - ιμπεριαλισμού, με ή χωρίς την ταυτόχρονη ύπαρξη του νέου κοινωνικού συστήματος, του σοσιαλισμού, η έκβαση κάθε μορφής κοινωνικής σύγκρουσης, ακόμα και άσχετα από την πρόθεση των υποκειμένων που εμπλέκονται σε αυτήν ωφελεί αντικειμενικά μόνο ένα από τα δύο βασικά παγκόσμια «στρατόπεδα»: ή αυτό των ιμπεριαλιστών και της συντήρησης - ενίσχυσης της εξουσίας του κεφαλαίου, ή αυτό της παγκόσμιας εργατικής τάξης και της υπόθεσης σοσιαλισμού/ κομμουνισμού. «Τρίτος δρόμος» δεν μπορεί να υπάρχει.
Στην περίπτωση της Ουγγαρίας του '56, αυτό φάνηκε καθαρά. Ασχετα από την ποσοτική συμμετοχή των εκπροσώπων της αστικής τάξης (βιομήχανοι, καπιταλιστές μεγαλοϊδιοκτήτες γης και μεγαλοαγρότες, ανώτατος καθολικός κλήρος, στρατιωτικοί και πολιτικοί εκπρόσωποι του προηγούμενου, φασιστικού - καπιταλιστικού καθεστώτος Χόρτι), αυτή η τάξη επέβαλε την ηγεμονία της στην αντεπανάσταση.
Αυτής της τάξης τα συμφέροντα εξυπηρετούσε η αντεπανάσταση, άσχετα από τις προθέσεις των τμημάτων των λαϊκών στρωμάτων, που συμμετείχαν σε αυτήν (τμήματα των μικρομεσαίων στρωμάτων της πόλης, καθώς και της εργατικής τάξης, ενώ οι μικρομεσαίοι αγρότες συμμετείχαν σε μικρότερο ποσοστό, καθώς η αντεπανάσταση διακήρυττε ανοιχτά την επαναφορά της «ιδιοκτησίας τους» στους παλιούς μεγαλοϊδιοκτήτες, στους οποίους παρεμπιπτόντως συγκαταλεγόταν και η ουγγρική Καθολική Εκκλησία ).
Οι θεωρίες περί «ουγγρικού» ή «καλύτερου» σοσιαλισμού ή περί μιας ταξικά μη προσδιορισμένης «δημοκρατίας», αποτέλεσαν απλά το προπέτασμα καπνού, την ιδεολογική ομίχλη, μέσα στην οποία οι αστοί μπόρεσαν να ελιχθούν πιο αποτελεσματικά. Οσοι αρνούνταν τη δυνατότητα ανάπτυξης του «υπαρκτού σοσιαλισμού», πρόβαλλαν ως εναλλακτική λύση έναν ανύπαρκτο «σοσιαλισμό», ώστε μπλοκάροντας τη λαϊκή επαγρύπνηση και αντίσταση, να γίνει ευκολότερα η επιστροφή στον «υπαρκτό καπιταλισμό».
Η αντεπανάσταση ήταν η επιθετική έκφραση της ουγγρικής μεγαλοαστικής τάξης, που είχε πληγεί από τα αποτελέσματα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και της κατοπινής οικονομικής κρίσης.
Από την εποχή της Παρισινής Κομμούνας και μέχρι σήμερα, ο ιμπεριαλισμός, πέρα από τις οξύτατες αντιθέσεις στο εσωτερικό του, με βάση το αυξημένο αίσθημα της ταξικότητας, αντιμετωπίζει ενιαία τον κοινό αντίπαλο, την εργατική τάξη και τα άλλα καταπιεζόμενα στρώματα.
Το 1871, η νικήτρια του γαλλογερμανικού πολέμου γερμανική αστική τάξη, δεν είχε κανέναν ενδοιασμό, όταν απελευθέρωνε 60.000 Γάλλους αιχμάλωτους στρατιώτες, για να ενισχύσει τη «μισητή» κατά τ' άλλα γαλλική αστική τάξη, στην προσπάθεια κατάπνιξης της Παρισινής Κομμούνας. Δηλαδή 60.000, από τις 100.000 που συνολικά πήραν μέρος στην πολιορκία του Παρισιού και στη σφαγή των προλεταρίων!
Στο τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, νικητές και ηττημένοι ιμπεριαλιστές δεν είχαν κανένα απολύτως συνειδησιακό πρόβλημα, ούτε κανένα σύμπλεγμα «αυτοδιάθεσης», όταν ενώθηκαν και από κοινού προσπάθησαν να καταπνίξουν τη Μεγάλη Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση.
Πάμπολλα είναι και τα μεταπολεμικά παραδείγματα για το πώς ο παγκόσμιος καπιταλισμός εννοεί το σεβασμό της δημοκρατίας και της κυριαρχίας των λαών. Από τη βρετανική στρατιωτική επέμβαση, το Δεκέμβρη του '44, και την αμερικανική επέμβαση την περίοδο του Εμφυλίου στην Ελλάδα, από τον πόλεμο στην Κορέα και μέχρι τις σημερινές επεμβάσεις στη Γιουγκοσλαβία, στο Ιράκ, κλπ. ο ιμπεριαλισμός έδειξε και δείχνει ότι έχει πλήρη επίγνωση της αναγκαιότητας, να επιδεικνύει έμπρακτα το «διεθνισμό» του, στο διαρκή του - άλλοτε καλυμμένο και άλλοτε απροκάλυπτο - πόλεμο κατά της εργατικής τάξης και των άλλων ριζοσπαστικών λαϊκών στρωμάτων.
Απέναντι σε αυτήν την ενιαία σύμπραξη της παγκόσμιας αστικής τάξης, η αντίστοιχη τάξη των προλεταρίων, στο βαθμό που οργανωνόταν και συνειδητοποιούσε ποιος και πόσο ισχυρός είναι ο βασικός αντίπαλός της, ήταν από τα πράγματα υποχρεωμένη να στραφεί στα ίδια όπλα: στην οργάνωση του αγώνα της σε διεθνές επίπεδο και στη διεθνή αλληλεγγύη, τον προλεταριακό διεθνισμό. Εναν διεθνισμό που θα εκφραζόταν με όλα τα μέσα και σύμφωνα με όλες τις δυνατότητες που παρείχε η κάθε χρονική περίοδος ή συγκυρία.
Η ίδρυση, άλλωστε, τριών μέχρι σήμερα, Διεθνών σε αυτό αποσκοπούσε. Οι εθελοντές μαχητές της Α΄ Διεθνούς στο Παρίσι του 1871 ήταν μια από τις πρώτες εκφράσεις αυτού του διεθνισμού, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, πάντοτε βέβαια ανάλογα με το συσχετισμό δυνάμεων, το επίπεδο οργάνωσης της εργατικής τάξης και το ρόλο των κομμάτων της.
Κατά τη διάρκεια της Οχτωβριανής Επανάστασης και της κατοπινής ιμπεριαλιστικής επέμβασης, η διεθνής εργατική τάξη, που μόλις αναδιοργανωνόταν συμπαραστάθηκε έμπρακτα στο νέο εργατικό κράτος: από τη συλλογή και αποστολή υλικής βοήθειας και τις διαδηλώσεις κατά της ιμπεριαλιστικής επέμβασης, μέχρι τις λιποταξίες και τις στάσεις των φαντάρων των ιμπεριαλιστικών στρατών. (Πράξεις που όταν συμβαίνουν στο αντίπαλο στρατόπεδο θεωρούνται «συνετές», πού και πού, ακόμα και «ηρωικές», όταν όμως συμβαίνουν στη δική τους πλευρά, οι αστοί, σύμφωνα με το δικό τους «δίκιο» τις θεωρούν «εγκληματική προδοσία» και «ανοσιούργημα».)
Ταυτόχρονα, η δράση των επαναστατών σε κάθε χώρα, από τις εργατικές επαναστάσεις σε Φινλανδία, Γερμανία, Ουγγαρία, κλπ. μέχρι τις μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις της δεκαετίας του '20, πέραν των άλλων, επιτέλεσαν αντικειμενικά και ρόλο διεθνιστικό, όχι μόνο ως έμπνευση και παραδειγματισμό, αλλά και επειδή ανάγκασαν τον ιμπεριαλισμό να αποδυναμώσει τη «γραμμή πυρός» στο μέτωπο της Σοβιετικής Ενωσης.
Κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου, ο ίδιος διεθνισμός εκφράστηκε με ακόμα πιο προωθημένες μορφές. Με προτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς, χιλιάδες εκπρόσωποι της παγκόσμιας εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων στήριξαν με το όπλο στο χέρι τον ισπανικό λαό. (Αυτήν την πράξη διεθνισμού, αστοί και οπορτουνιστές δεν τολμούν - ακόμα; - να τη διαβάλουν, καθότι εκεί συμμετείχαν και εκπρόσωποι διάφορων πολιτικών χώρων, ακόμα και κατοπινοί σοσιαλδημοκράτες ηγέτες της Γερμανίας και της Ιταλίας).
Παρόμοια κορυφαία έκφραση προλεταριακού διεθνισμού ήταν και η παρουσία των Κινέζων εθελοντών μαχητών στο πλευρό των Κορεατών επαναστατών, όταν ο διεθνής ιμπεριαλισμός τούς κήρυξε τον πόλεμο.
Στα παραπάνω πλαίσια είναι πλήρως ενταγμένη και η διεθνιστική ένοπλη βοήθεια του σοβιετικού λαού και η συμβολή της ΕΣΣΔ στην ήττα της αντεπανάστασης στην Ουγγαρία.
Στην αντιπαράθεση ιμπεριαλισμού - σοσιαλισμού, που στην Ουγγαρία του '56 εκφράστηκε με μια από τις πιο οξυμένες μορφές, την ένοπλη πάλη, τα ιμπεριαλιστικά κέντρα σύσσωμα και άμεσα τάχθηκαν στο πλευρό της αντεπανάστασης. Οχι μόνο τη στήριξαν πολιτικά, αλλά και την εξόπλισαν. Οχι μόνο διευκόλυναν τη λαθραία είσοδο στη χώρα σε διάφορους αστούς φυγάδες του '45/'46 αλλά, όπως αναφέραμε στο α΄ μέρος του άρθρου, καθοδήγησαν και συντόνισαν τις αντεπαναστατικές δυνάμεις. Η κατά τ' άλλα «ουδέτερη» Αυστρία δέχτηκε πρόθυμα να γίνει έδαφος για την εξαγωγή της αντεπανάστασης, πριν καν συμπληρωθεί ένα έτος από την απόσυρση των σοβιετικών στρατευμάτων και την αντίστοιχη δέσμευσή της για «ουδετερότητα».
Από την άλλη, οι επαναστατικές δυνάμεις της χώρας βρίσκονταν σε αδιέξοδο. Η οπορτουνιστική ηγεσία όχι μόνο τις εξαπατούσε συνεχώς, υποσχόμενη ότι θα πατάξει τους αντεπαναστάτες, αλλά και τις αφόπλιζε. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε επαναστατικές εργατικές φρουρές, που είχαν συγκροτηθεί σε διάφορες επιχειρήσεις στα περίχωρα της Βουδαπέστης καθώς και σε κομματικά γραφεία, η «κυβέρνηση» Νάγκι υποσχόταν όπλα, που τελικά παραδίνονταν στους αντεπαναστάτες, για να κατασφάξουν ακριβώς τέτοιες φρουρές. Μόνο σε ορισμένα μέρη στην επαρχία κατάφεραν επαναστάτες αγρότες και εργάτες μεταλλείων να οπλιστούν και να αποκρούσουν τη λευκή τρομοκρατία.
Από τα κατοπινά ντοκουμέντα φαίνεται ως ευτυχής σύμπτωση το γεγονός ότι η ηγεσία του ΚΚΣΕ (αλλά και του ΚΚ Κίνας) ταλαντεύτηκαν «μόνο» έως τις 3 Νοέμβρη ανάμεσα στην υποχώρηση και στην απάντηση στην αντεπανάσταση. Οι εκατοντάδες προγραφές επαναστατών, που θα γίνονταν βάσει σχεδίων στις 4 του ίδιου μήνα στην επαρχία, τουλάχιστον αποτράπηκαν.
Τη στιγμή του καθοριστικού «ποιος ποιον», η παραμέληση του διεθνιστικού καθήκοντος (και όχι η «επέμβαση») θα έθετε τη σοβιετική ηγεσία αλλά και συνολικά το διεθνές επαναστατικό κίνημα μπροστά σε σοβαρότατες και ασυγχώρητες ευθύνες.
Αν το 1919, το διεθνές προλεταριάτο δεν είχε δυνατότητα να αποτρέψει τις σφαγές των τέκνων και θυγατέρων του, από τις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού στην Ουγγαρία, το 1956 διέθετε πλέον ολόκληρα κράτη (δηλαδή σοσιαλιστική εξουσία) που μπορούσαν να αποτρέψουν μια παρόμοια, δεύτερη τραγωδία. Και απετράπη από το στρατό της σοβιετικής εξουσίας και τα ένοπλα τμήματα των Ούγγρων επαναστατών, με τις σκληρές μάχες που έδωσαν κυρίως στη Βουδαπέστη, καθώς στις άλλες περιοχές, οι εγκληματίες και πρώην «αφεντάδες» προτίμησαν εξαρχής το δρόμο της φυγής προς την Αυστρία.
Η Ουγγαρία εισήλθε στην πρώτη μεταπολεμική φάση, με πάρα πολλές αρνητικές «κληρονομιές» του παρελθόντος:
  • Ως αγροτική - βιομηχανική χώρα εμφάνιζε μια σχετικά ολιγάριθμη εργατική τάξη. Π.χ. ακόμα και το 1949, οι απασχολούμενοι στη βιομηχανία αποτελούσαν μόλις το 23% του συνόλου των απασχολούμενων, ενώ αυτοί της αγροτικής παραγωγής το 62,1%1.
  • Το ΚΚ Ουγγαρίας επανήλθε στη νομιμότητα, όταν ο Σοβιετικός Στρατός απελευθέρωνε την Ουγγαρία από τα χιτλερικά στρατεύματα. Θυμίζουμε ότι μετά την ήττα της Επανάστασης του 1919, περίπου 5.000 επαναστάτες δολοφονήθηκαν, 70.000 φυλακίστηκαν και άλλες δεκάδες χιλιάδες εγκατέλειψαν τη χώρα. Το ΚΚ σε σκληρές συνθήκες παρανομίας προσπάθησε αμέσως να ανασυντάξει τις δυνάμεις του και το εργατικό κίνημα. Το κόμμα παρέμεινε 25 συνεχόμενα χρόνια στην παρανομία.
  • Ως αποτέλεσμα αυτής της καταστολής, η αντικομμουνιστική σοσιαλδημοκρατία μπόρεσε να ασκεί ανενόχλητα την επιρροή της στην εργατική τάξη.
  • Τα μεσαία στρώματα της χώρας ήταν βαθιά επηρεασμένα από τον επεκτατικό εθνικισμό της αστικής τάξης και του κλήρου, που εξέφραζε το καθεστώς Χόρτι. Η Ουγγαρία είναι η μόνη χώρα από τους δορυφόρους της χιτλερικής Γερμανίας, που κατά την ανακωχή της με τις αντιφασιστικές δυνάμεις δεν μπόρεσε να συγκροτήσει στράτευμα, για να πολεμήσει τη Γερμανία στο πλευρό των Συμμάχων.
  • Με δεδομένη τη μικρή επιρροή του διεθνιστικού προλεταριακού κόμματος, ο εθνικισμός δυνάμωσε την επίδρασή του στα λαϊκά στρώματα, όταν τα εδάφη που είχε παραχωρήσει ο Χίτλερ στη σύμμαχο Ουγγαρία, επανήλθαν στην επικράτεια των γειτονικών κρατών, επαναφέροντας σε ισχύ μια άλλη ιμπεριαλιστική συνθήκη, αυτή του Τριανόν (Βερσαλλιών) του 1920.
  • Αμεση συνέπεια όλων των παραπάνω ήταν και η μεταπολεμική, αυξημένη επιρροή πάνω σε σημαντικά τμήματα των λαϊκών στρωμάτων της Ουγγαρίας, που ασκούσαν και μεταπολεμικά εκείνα τα τμήματα της αστικής τάξης, που στήριξαν ανεπιφύλακτα τη σύμπλευση με το γερμανικό φασισμό.
  • Οι δυσμενείς για το λαϊκό κίνημα συσχετισμοί άλλαξαν με πολύ αργούς ρυθμούς και μέσα από έντονη κοινωνική και πολιτική διαπάλη. Μόλις στα μέσα του 1947 είναι πλέον εμφανής η αλλαγή των συσχετισμών και όχι τόσο με την άνοδο της επιρροής του ΚΚ Ουγγαρίας, που στις εκλογές εκείνου του έτους (31/8/47) λαμβάνει 22%, όσο μέσω της ριζοσπαστικοποίησης των κομμάτων, που εκπροσωπούν τα μεσαία στρώματα και την πλειοψηφία του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, η οποία τον επόμενο χρόνο (12/6/1948) θα συνενωθεί με τους κομμουνιστές στο Κόμμα των Ούγγρων Εργαζομένων Κ.Ου.Ε. Αποτέλεσμα αυτής της μετατόπισης των μικροαστικών κομμάτων προς τα αριστερά, είναι και η συγκρότηση Λαϊκού Μετώπου, που στις εκλογές του Μάη του 1949 θα λάβει το 95% των ψήφων. Ακόμα και τότε όμως, σε επαρχίες που αργότερα θα παίξουν σημαντικό ρόλο για την αντεπανάσταση, η αστική αντιπολίτευση θα διατηρήσει ποσοστά της τάξης του 21-29%.
  • Η συνένωση του ΚΚ με το Σοσιαλδημοκρατικό, έστω και σε μαρξιστική - λενινιστική βάση, επέφερε μια ακόμα παραπέρα άμβλυνση των επαναστατικών χαρακτηριστικών της κομματικής βάσης, καθώς παρόμοιο πρόβλημα εμφάνιζε το ΚΚ Ουγγαρίας ήδη πριν από αυτήν τη συνένωση, λόγω των υπερβολικά ραγδαίων ρυθμών στρατολόγησης (περίπου 2.500 μέλη το Δεκέμβρη 1944, 300.000 τον Αύγουστο του 1946 και 883.000 τον Ιούνη του 1948, δηλαδή μόλις 152.000 λιγότερα μέλη απ' ό,τι οι ψηφοφόροι του ένα χρόνο νωρίτερα!).
Το 1948, όταν ουσιαστικά ολοκληρώνεται η μεταπολεμική ανασυγκρότηση, και οι νέες σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής ήδη αρχίζουν και κυριαρχούν, τα νέα καθήκοντα που προκύπτουν βρίσκουν τα κομμουνιστικά κόμματα χωρίς σοβαρές ιδεολογικές επεξεργασίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις εκείνη την περίοδο, η σχέση λαϊκής δημοκρατίας και δικτατορίας του προλεταριάτου απασχολεί σοβαρά τα κομμουνιστικά κόμματα εξουσίας. Οι προβληματισμοί αναπτύσσονταν γύρω από το αν για το πέρασμα στη δικτατορία του προλεταριάτου είναι απαραίτητη η λαϊκή δημοκρατία, ή ακόμα και γύρω από το αν η μετάβαση της λαϊκής δημοκρατίας στο σοσιαλισμό μπορεί να γίνει χωρίς τη δικτατορία του προλεταριάτου. Μετά από πολυάριθμες συναντήσεις και συνεργασίες των ηγετών τους, τόσο μεταξύ τους, όσο και με το Στάλιν, θα καταλήξουν στις αρχές του 1948, ότι η «λαϊκή δημοκρατία» αποτελεί πλέον μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου2.
Με την επέκταση της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας και κυρίως κατά την κρατικοποίηση και των επιχειρήσεων ξένων συμφερόντων, οι αστικές δυνάμεις αποπειρώνται να οργανώσουν ανοιχτή σύγκρουση με το σοσιαλιστικό κράτος, με ηγέτη τον καρδινάλιο Μιντσέντι (Mindszenty) και με τη συμμετοχή σημαινόντων καπιταλιστών, όπως ο κόμης Εστερχάζι, ο μεγαλύτερος μετά την εκκλησία γαιοκτήμονας της χώρας. Η απόπειρα ξεσκεπάστηκε έγκαιρα από τις κρατικές υπηρεσίες.
Φαίνεται ότι από τότε ο διεθνής ιμπεριαλισμός προσανατολίζεται και στην πολύμορφη αξιοποίηση της ρήξης της Γιουγκοσλαβίας με τις υπόλοιπες σοσιαλιστικές χώρες.
Ο Ιμρε Νάγκι, στα τέλη του 1947 αντιτάχθηκε στην προοπτική της δικτατορίας του προλεταριάτου, εμμένοντας ότι άμεσος στόχος του Κόμματος πρέπει να είναι η διαχείριση ενός «κρατικού καπιταλισμού» (υπό κρατικό έλεγχο). Θεωρούσε πρωτεύον την ανάπτυξη της εμπορευματικής αγροτικής παραγωγής και όχι την κολεκτιβοποίηση. Το Σεπτέμβρη του 1949, η ΚΕ τον καθαιρεί από μέλος του ΠΓ και ο ίδιος, όχι μόνο αποδέχεται την απόφαση, αλλά και ασκεί «δριμύτατη» αυτοκριτική. Το 1951 ο Νάγκι ξαναμπαίνει στο ΠΓ και το 1952 γίνεται και Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης.
Το 1953 ο οπορτουνισμός ενισχύεται κυρίως από τις αλλαγές στους προσανατολισμούς της ηγεσίας του ΚΚΣΕ, μετά το θάνατο του Στάλιν, τον Μάρτη του ίδιου έτους. Με επίφαση πλέον την καταπολέμηση του «δογματισμού» και του «σεχταρισμού», «η ηγεσία του ΚΚΣΕ άσκησε συντροφική κριτική στην πολιτική του ΚΟυΕ. Αυτή η κριτική έγινε αποδεκτή από την ΚΕ του Κόμματος των Ούγγρων Εργαζομένων και λήφθηκε υπόψη στην κατάληξη των αποφάσεων»3. Ως αποτέλεσμα αυτής της «συντροφικής κριτικής», τον Ιούνη του 1953, η ΚΕ αποφασίζει να απαλλάξει τον Ράκοσι από τη θέση του Προέδρου της κυβέρνησης και στη θέση του να προτείνει τον Νάγκι.
Είναι ακριβώς η στιγμή που και η ιμπεριαλιστική προπαγάνδα αρχίζει να εξυμνεί τον «εθνικό κομμουνιστή ηγέτη» Νάγκι, δίνοντας το σύνθημα για τη στήριξή του από τους Ούγγρους αστούς. Η εσωκομματική διαπάλη, που γίνεται μόνο μέσα στις γραμμές της ΚΕ, χωρίς ανάπτυξη αντίστοιχης ιδεολογικής δουλειάς στις γραμμές του Κόμματος, θα επιφέρει άλλη μια απομάκρυνση του Νάγκι από τις θέσεις που κατείχε (Απρίλης 1955) και τη διαγραφή του από το Κόμμα, το φθινόπωρο του ίδιου έτους.
Στον απόηχο του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ (Φλεβάρης '56) και της άμεσα ακολουθούμενης υστερίας για «εγκλήματα και παραβιάσεις» της περιόδου της «προσωπολατρίας», οι δεξιές δυνάμεις εντός της ηγεσίας του ΚΟυΕ περνάνε στην επίθεση με τη σημαία του «αντισταλινισμού» και της «αποκατάστασης της νομιμότητας». Τον Ιούλη η ΚΕ «απαλλάσσει για λόγους υγείας» τον Ράκοσι από ΓΓ και αποφασίζει τη διεύρυνσή της, κυρίως με μέλη που πρόσφατα είχαν αποφυλακιστεί και αποκατασταθεί. Ελέγχοντας πλήρως τα κομματικά όργανα και έντυπα, η αντεπανάσταση «από τα μέσα» μπορεί πλέον όχι μόνο να εκμηδενίζει τη δράση των επαναστατικών οργάνων, αλλά και να μπλοκάρει κάθε διάθεση αντίδρασης της κομματικής βάσης.
Η τρίτη πλέον «αποκατάσταση» του Νάγκι στα κομματικά και κυβερνητικά όργανα (13 Οκτώβρη), με την ανοχή αν όχι προτροπή της σοβιετικής και γιουγκοσλαβικής ηγεσίας, 10 μόλις μέρες πριν το ξέσπασμα της αντεπαναστατικής εξέγερσης, ήρθε ως επιστέγασμα της δράσης των «εθνικών δυνάμεων» εντός και εκτός Κόμματος.
Στις 23 Οκτώβρη, όταν (κατά σύμπτωση;) η ουγγρική κομματική ηγεσία επιστρέφει από το ταξίδι της στη Γιουγκοσλαβία, η αντεπανάσταση βρίσκεται πλέον στους δρόμους.
1. Βλ. Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, εκδόσεις «Ακάδημος», Αθήνα 1981, τ. 26, σελ. 66.
2. Ινστιτούτο για την κομματική ιστορία στην ΚΕ του Ουγγρικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος, «Ιστορία του ουγγρικού επαναστατικού εργατικού κινήματος από τις αρχές του έως το 1962», (γερμανική έκδοση) Βερολίνο 1983, σελ. 588. (Στα ουγγρικά εκδόθηκε το 1976).
3. Στο ίδιο σελ. 597.
Ο Μαρξ, ο Ενγκελς και ο Λένιν για την αντεπανάσταση
Ολοι οι μεγάλοι επαναστάτες είχαν συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο της αντεπανάστασης. Στο κέντρο της διαμάχης ανάμεσα στις διάφορες τάσεις των αστών και των μικροαστών (π.χ. Ιακωβίνοι και Γιρονδίνοι), στη διάρκεια της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης μετά το 1789, βρισκόταν κύρια αυτό το πρόβλημα. Αλλά όταν το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό - που δεν έθιγε την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, ούτε την εκμετάλλευση, ούτε το διαχωρισμό της κοινωνίας σε τάξεις, αλλά έφερνε μια άλλη τάξη εκμεταλλευτών στην εξουσία - προκάλεσε την πιο λυσσαλέα επίθεση της αντεπανάστασης, πόσο οξύτερα ήταν φυσικό να τεθεί το πρόβλημα της αντεπανάστασης, όταν με την εργατική τάξη έμπαινε στον παγκόσμιο ιστορικό στίβο εκείνη η δύναμη που είχε σα στόχο την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και την εξάλειψη κάθε είδους εκμετάλλευσης και καταπίεσης ανθρώπου από άνθρωπο. Η ίδια η εργατική τάξη δεν είχε ακόμα σφυρηλατηθεί με κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν είχε ακόμα δημιουργηθεί. Κι όμως υπήρχαν κιόλας τόσο πολλές εμπειρίες, ώστε ο Μαρξ και ο Ενγκελς αναγκάστηκαν να γράψουν στο «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» ότι «όλες οι δυνάμεις της γηραιάς Ευρώπης» ενώθηκαν για να κηρύξουν «έναν ιερό πόλεμο» κατά του κομμουνισμού. Η αντεπαναστατική λύσσα ενάντια στην εργατική τάξη άρχισε δηλαδή πολύ πριν ολοκληρωθεί η διαμόρφωσή της και μάλιστα προτού κατακτήσει κάπου την εξουσία.
Οι κλασικοί του επιστημονικού σοσιαλισμού αφιέρωσαν πολύ χρόνο και κόπο στη μελέτη της πείρας όλων των προηγούμενων επαναστάσεων με σκοπό να αντλήσουν διδάγματα για τους δικούς τους αγώνες ενάντια στην αντεπανάσταση. Πολλές από τις βασικές τους θέσεις για την επανάσταση και την αντεπανάσταση έχουν τέτοια γενική ισχύ για την ταξική πάλη, ώστε εδώ μπορεί πραγματικά να γίνει λόγος για νομοτέλειες. Καθοριστικό ρόλο στην επεξεργασία των διδαγμάτων της επανάστασης και της αντεπανάστασης έπαιξε η πρώτη προλεταριακή επανάσταση στον κόσμο, ο ηρωικός αγώνας των Κομμουνάρων του Παρισιού. Η Παρισινή Κομμούνα του 1871 έδειξε - πράγμα που επιβεβαίωσαν μεταγενέστερες επαναστάσεις - ότι η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της μπορούν να πάρουν την εξουσία γρήγορα, σχετικά αναίμακτα και με ελάχιστα θύματα, μόνο στην περίπτωση που η δράση τους είναι αποφασιστική και ενιαία και η αντίσταση της αστικής τάξης τσακίζεται με συνέπεια.
Απ' αυτήν ακριβώς την άποψη τα λάθη, ιδιαίτερα της Παρισινής Κομμούνας, είναι διδακτικά. Χρειάστηκε να πληρωθούν ακριβά με τη δολοφονία 30.000 οπαδών της Κομμούνας από την αντεπανάσταση. «Δύο λάθη κατέστρεψαν... τους καρπούς της λαμπρής νίκης. Το προλεταριάτο έμεινε στα μισά του δρόμου. Αντί να προχωρήσει στην "απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών", βαυκαλίστηκε με το όνειρο ότι η ύψιστη δικαιοσύνη θα γινόταν πραγματικότητα στην ενωμένη με το πανεθνικό καθήκον χώρα. Δεν εθνικοποιήθηκαν τέτοια ιδρύματα όπως, για παράδειγμα, η τράπεζα, ενώ μεταξύ των σοσιαλιστών κυριαρχούσαν ακόμα οι προυντονιστικές θεωρίες της "δίκαιης ανταλλαγής" κλπ. Το δεύτερο λάθος ήταν η υπερβολική μεγαλοψυχία του προλεταριάτου: Επρεπε να είχε εξοντώσει τους εχθρούς του, αντί γι' αυτό, όμως, προσπαθούσε να τους επηρεάσει ηθικά. Υποτίμησε τη σημασία της καθαρά στρατιωτικής δράσης στον εμφύλιο πόλεμο και αντί να στέψει τη νίκη του στο Παρίσι με μια αποφασιστική επίθεση στις Βερσαλλίες, αμφιταλαντεύτηκε κι έδωσε έτσι καιρό στην κυβέρνηση των Βερσαλλιών, να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του σκότους και να τις εξοπλίσει για τη ματωμένη βδομάδα του Μάη» (Β.Ι.Λένιν: «Για την Παρισινή Κομμούνα», έκδοση «Μαρξίστισε Μπλέτερ», Φραγκφούρτη 1971, σελ. 11).
Η Παρισινή Κομμούνα έδειξε ολοκάθαρα: Η αστική τάξη δεν ανέχθηκε ποτέ κοντά στη δική της εξουσία και μια εργατική εξουσία. Για την «... αστική τάξη ο αφοπλισμός των εργατών ήταν λοιπόν πρώτη επιταγή» (Β.Ι.Λένιν: Απαντα, γερμ. εκδ. τομ. 28, σελ. 248). Αυτό είναι ένα δίδαγμα, που ισχύει ανάλογα και για την εργατική τάξη. Δεν μπορεί να επιτρέψει, να δημιουργηθεί μέσα στο σοσιαλισμό ένα δεύτερο και μάλιστα εξοπλισμένο κέντρο εξουσίας. Η αστική τάξη ποτέ δε συμβιβάζεται με τη μοίρα της, όταν έχει διωχτεί από την εξουσία. Ηταν και είναι πάντα έτοιμη, να χρησιμοποιήσει την αντεπανάσταση και την αιματηρή τρομοκρατία. Αν δεν τσακιστεί λοιπόν αποφασιστικά η αντίσταση της αστικής τάξης, τότε αυτή θα χρησιμοποιήσει την αντεπανάσταση, και μ' αυτήν ακριβώς την έννοια μια μισοτελειωμένη επανάσταση προκαλεί κατά κανόνα μια ολοκληρωμένη αντεπανάσταση. Γι' αυτό ο ασυμβίβαστος αγώνας της εργατικής τάξης ενάντια σε κάθε προσπάθεια αντεπαναστατικής δραστηριότητας, είναι προϋπόθεση κάθε επιτυχημένης σοσιαλιστικής επανάστασης.
Αυτό επιβεβαιώνει η συντριβή της Παρισινής Κομμούνας από τη διεθνή αντεπανάσταση όπως και η νικηφόρα Οχτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία και όλες οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις που ακολούθησαν. Η νικηφόρα εργατική τάξη πρέπει να οικοδομεί την πολιτική εξουσία της σε συμμαχία με τους υπόλοιπους εργαζόμενους, τόσο για να περάσουν όλα τα βασικά μέσα παραγωγής σε κοινωνική ιδιοκτησία για την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας, όσο και να υπερασπίσει αποφασιστικά τα επιτεύγματα του σοσιαλισμού ενάντια στην αστική τάξη. Αυτή, όσο ακόμα υπάρχει, θα προσπαθεί να επανακτήσει τη χαμένη εξουσία της, τα προνόμιά της. Αυτή την αλήθεια υπογράμμιζαν πάντα ο Μαρξ, ο Ενγκελς και ο Λένιν.
«Η ιστορική... αλήθεια συνίσταται στο ότι κανόνας κάθε βαθιάς επανάστασης είναι η μακρόχρονη, επίμονη, απεγνωσμένη αντίσταση των εκμεταλλευτών, που διατηρούν για πολλά χρόνια μεγάλα και ουσιαστικά πλεονεκτήματα απέναντι στους εκμεταλλευόμενους. Ποτέ - έξω από τη γλυκανάλατη φαντασία του γλυκανάλατου κουτεντέ Κάουτσκι - οι εκμεταλλευτές δε θα υποταχθούν στην απόφαση της πλειοψηφίας των εκμεταλλευομένων, χωρίς να δοκιμάσουν σε μια σειρά μάχες, σε μια τελευταία, απεγνωσμένη μάχη, τα πλεονεκτήματά τους... Και ύστερα από την πρώτη σοβαρή ήττα, οι εκμεταλλευτές που ανατράπηκαν, μα δεν περίμεναν την ανατροπή τους, δεν πίστευαν σε κάτι τέτοιο και δε δέχονταν ούτε σκέψη γι' αυτό, ρίχνονταν στη μάχη με δεκαπλασιασμένη ενεργητικότητα, με έξαλλο πάθος, με εκατονταπλάσιο μίσος, για να πάρουν πίσω το χαμένο "παράδεισο"... Και... πίσω από τους εκμεταλλευτές - καπιταλιστές σέρνεται η μεγάλη μάζα της μικροαστικής τάξης, που, όπως δείχνουν δεκάδες χρόνια ιστορικής πείρας σε όλες τις χώρες, διστάζει και ταλαντεύεται, σήμερα πάει με το προλεταριάτο, αύριο τη φοβίζουν οι δυσκολίες της επανάστασης, πανικοβάλλεται από την πρώτη ήττα ή μισο-ήττα των εργατών, εκνευρίζεται, παραδέρνει, μυξοκλαίει, μεταπηδά από το ένα στρατόπεδο στο άλλο...» (Β.Ι.Λένιν: Απαντα, ελλ. έκδ., «Σύγχρονη Εποχή», τομ. 37, σελ. 264-265).
Από την πάλη για την κατάκτηση των μαζών εξαρτάται τελικά η «τύχη» της επανάστασης ή της αντεπανάστασης. Η αντεπανάσταση αρχίζει αναντίρρητα με το γενικό σύνθημα: «πολιτική ελευθερία», «λαϊκά συμφέροντα». Ο Ενγκελς έγραφε σχετικά το 1884 στον Μπέμπελ: «Σε κάθε περίπτωση ο μοναδικός μας αντίπαλος τη μέρα της κρίσης και την επόμενη, είναι η συνολική αντίδραση που συσπειρώνεται γύρω από την καθαρή δημοκρατία» (Μαρξ - Ενγκελς: Εργα, γερμ. Εκδ., τομ.36, σελ. 253).
Αυτό το πρόβλημα είναι συνδεδεμένο με τη λύση πολλών δύσκολων προβλημάτων. Γιατί η οικοδόμηση του σοσιαλισμού απαιτεί αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, «γιατί η νέα οργάνωση της παραγωγής είναι μια δύσκολη υπόθεση ακόμα και γιατί οι ριζικές αλλαγές σ' όλα τα επίπεδα της ζωής χρειάζονται χρόνο και τελικά γιατί η πανίσχυρη δύναμη της συνήθειας στη μικροαστική και αστική οικονομία μπορεί να ξεπεραστεί μόνο με μακρόχρονο επίμονο αγώνα... Σ' ολόκληρο αυτό το διάστημα θα προβάλλουν αντίσταση τόσο οι καπιταλιστές και ταυτόχρονα οι πολυάριθμοι υπηρέτες τους από την αστική διανόηση που είναι συνειδητά αντίθετοι, όσο και η τεράστια μάζα των εργαζομένων που είναι βραχυκυκλωμένοι σε μικροαστικές συνήθειες και παραδόσεις, συμπεριλαμβανομένων και των αγροτών, και που γενικά αντιτίθενται όχι συνειδητά. Οι αμφιταλαντεύσεις είναι αναπόφευκτες σ' αυτά τα στρώματα» (Β.Ι. Λένιν: Απαντα, γερμ. εκδ., τομ. 29, σελ. 377, κ.ε.).
Ο Λένιν λέει παρακάτω ότι η οικοδόμηση του σοσιαλισμού «είναι το έργο μιας μακρόχρονης, δύσκολης, σκληρής, ταξικής πάλης, που δε σταματά μετά την πτώση της εξουσίας του κεφαλαίου, μετά την καταστροφή του αστικού κράτους και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου (όπως το φαντάζονται μερικοί χοντροκέφαλοι από τον παλιό σοσιαλισμό και την παλιά σοσιαλδημοκρατία), αλλά αλλάζει μορφές και μάλιστα από πολλές απόψεις γίνεται σκληρότερη. Στον ταξικό αγώνα ενάντια στην αντίσταση της αστικής τάξης, ενάντια στην αδράνεια, τον κομφορμισμό, την αναποφασιστικότητα και τις αμφιταλαντεύσεις των μικροαστών, το προλεταριάτο πρέπει να υπερασπίζει την εξουσία του, να εντείνει την οργανωτική του επιρροή, να πετυχαίνει την "ουδετερότητα" εκείνων των στρωμάτων, που φοβούνται να εγκαταλείψουν την αστική τάξη και ακολουθούν το προλεταριάτο πολύ διστακτικά» (Β.Ι. Λένιν, Απαντα, γερμ. Εκδ., τομ. 29, σελ. 378).
«Εδώ όμως προσπαθεί να στηριχτεί η αντεπανάσταση. Για να πετύχει τους στόχους της, εκμεταλλεύεται τη μια ή την άλλη κρίση στην εργατική εξουσία, τα πολιτικά λάθη που γίνονται και που αφήνουν να δημιουργηθεί μια ρωγμή, από την οποία θα μπορούσε να περάσει η δυσαρέσκεια των μαζών. Αυτό σημαίνει, ότι για μια πραγματική αντεπανάσταση δεν αρκεί μόνο η επιθυμία της αστικής τάξης, αλλά και να κάνουν λάθη οι επαναστάτες. Και όχι μόνο αυτό: Για να πετύχει η αντεπανάσταση το σκοπό της, συμμαχεί στην ανάγκη, χωρίς να διστάσει ούτε μια στιγμή, με τον εχθρό ολόκληρου του έθνους» (Β.Ι. Λένιν: Εργα, γερμ. Εκδ., τομ. 15, σελ. 28).
Αυτό αποδείχτηκε με κλασικό τρόπο στη συμπεριφορά της γαλλικής αστικής τάξης το 1871, όταν για να μπορέσει να χτυπήσει την Παρισινή Κομμούνα συνθηκολόγησε με την Πρωσική Γερμανία του Μπίσμπαρκ, του οποίου οι στρατιές πολιορκούσαν την πρωτεύουσα.
Αν η Παρισινή Κομμούνα ήταν ένα ηρωικό παράδειγμα, που άφησε βαθιά ίχνη στη σκέψη και τη δράση της διεθνούς εργατικής τάξης κι έδωσε επανειλημμένα στους κλασικούς του μαρξισμού αφορμή για αναλύσεις, αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για τη Μεγάλη Σοσιαλιστική Οχτωβριανή Επανάσταση. Εδώ έσπασε για πρώτη φορά η αλυσίδα του καπιταλισμού στο ένα έκτο της Γης. Και αν η Παρισινή Κομμούνα στάθηκε αιτία για τη σύμπραξη της αστικής τάξης, των «εθνικών εχθρών» Γαλλίας και Γερμανίας κατά της εργατικής τάξης του Παρισιού, ενώ από την άλλη μεριά οι επαναστατικές δυνάμεις ολόκληρου του κόσμου συμπαραστέκονταν στην Παρισινή Κομμούνα, η Οχτωβριανή Επανάσταση οδήγησε σε μια διεθνή συμμαχία ιμπεριαλιστικών δυνάμεων κατά της νεαρής σοβιετικής εξουσίας, που έγινε ιδιαίτερα εμφανής στον επεμβατικό πόλεμο 14 ιμπεριαλιστικών κρατών, που άρχισε το καλοκαίρι του 1918.
Και η αστική τάξη δεν κουράστηκε από τότε, να οργανώνει συνεχώς νέα στρατιωτικά σύμφωνα, νέες συμμαχίες, νέες μηχανορραφίες κατά του νικηφόρου σοσιαλισμού μέχρι και τη μεγάλη γενοκτονία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Προσπάθησε επανειλημμένα, να οργανώσει κι άλλες μορφές αντεπανάστασης, όπως η απόπειρα να ανατρέψει το σοσιαλισμό στη ΓΛΔ τον Ιούνη του 1953, να κάνει το ίδιο πράγμα το φθινόπωρο του 1956 στην Ουγγαρία και μετά πάλι το 1968 στην Τσεχοσλοβακία.

πηγή ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

ΑΛΕΚΑ ΠΑΠΑΡΗΓΑ Ανάπτυξη έξω από δεσμεύσεις και εξαρτήσεις που επιβάλλουν ΕΕ - μονοπώλια


Εκτενή αποσπάσματα από την ομιλία της ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ στη χθεσινή εκδήλωση
Στιγμιότυπο από την εκδήλωση. Στο βήμα η Αλέκα Παπαρήγα
«Είναι πολύ συνηθισμένη -και εγώ θα έλεγα εύλογη και ειλικρινής- η απορία, γιατί δεν πείθει το ΚΚΕ; Θα αφαιρέσω υπαρκτές, υποκειμενικές και ως ένα βαθμό αδικαιολόγητες αδυναμίες μας στην ικανότητα προβολής, εκλαΐκευσης της πολιτικής μας και κατά συνέπεια στο να πείσεις ριζοσπαστικές δυνάμεις.Δυνάμεις που είναι μέσα στο κίνημα. Γιατί να πείσεις κάποιον που δεν μετέχει στο κίνημα, δεν μπορεί να πειστεί, επειδή του λείπει η πείρα που φέρνει ο αγώνας. Επομένως, δεν πείθεται, είναι φανερό, δεν είναι εύκολο να πειστεί. Πρέπει να είναι πολύ φωτισμένος, να έχει κάνει μέσα από ατομικές προσπάθειες άλματα και να έχει και μια βαθύτερη γνώση, ιδεολογική, πολιτική, θεωρητική, επιστημονική για να πειστεί σ' αυτά που του λέμε, χωρίς να έχει την πείρα της πρακτικής πάλης.
Μέσα στις συνθήκες του καπιταλισμού, είναι πολύ φυσικό αυτό που λέμε η χειραφέτηση απ' την κυρίαρχη ιδεολογία να αγκαλιάζει ένα μέρος των εργαζομένων, ένα μέρος. Το θέμα είναι αυτό που λέμε, να ενισχύεται το πρωτοπόρο, το ριζοσπαστικό ρεύμα. Αυτό το ρεύμα να έχει ικανότητα συσπειρωτική. Είναι αδύνατον να πείσεις ιδεολογικά και πολιτικά την πλειοψηφία του λαού σε συνθήκες καπιταλισμού. Διότι η εξουσία δεν είναι στα χέρια σου.
Και στο σοσιαλισμό θα περάσει μεγάλο διάστημα -το έδειξε άλλωστε και η ζωή- για να αλλάξει η συνείδηση. Και μάλιστα, αν δεν αλλάξουν ριζικά οι όροι οι υλικοί, δεν μπορεί να αλλάξει και η συνείδηση. Δεν κηρύσσω μοιρολατρία. Το αντίθετο, λέω ότι εξαρτάται από εμάς, υποκειμενικές αδυναμίες, να τις ξεριζώσουμε και να αφήσουμε την αντικειμενικοποίηση όλων, υπάρχουν πράγματα που μπορούμε να τα βελτιώσουμε, χωρίς όμως να έχουμε αυταπάτες.
Ο καπιταλισμός έδωσε ό,τι είχε να δώσει


Να βάλω ορισμένα ζητήματα πειθούς που πρέπει να τα παλέψουμε. Αυτή τη στιγμή υπάρχει μία ισχυρή ανάμνηση μέσα στο λαό, που πατάει και σε αντικειμενική βάση. Ποια είναι αυτή; Τη δεκαετία '70 - '80, είχαμε μια σχετική ή απόλυτη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του λαού. 'Η να το πούμε κι αλλιώς, κάτω από έναν άλλο συσχετισμό δυνάμεων, περισσότερες κατακτήσεις.'Η το καπιταλιστικό σύστημα, κάτω απ' την πίεση του σοσιαλισμού και για λόγους εκσυγχρονισμού που είχε ανάγκη, έκανε ορισμένες παραχωρήσεις στους εργαζόμενους που όμως δε χτυπούσαν την κερδοφορία. Αντίθετα τη διευκόλυναν. Οταν π.χ. άνοιξαν οι πόρτες στα ΑΕΙ και στα ΤΕΙ για την άνοδο του μορφωτικού επιπέδου, ήταν σοβαρός παράγοντας για την άνοδο της παραγωγικότητας και της κερδοφορίας, της ανταγωνιστικότητας κ.λπ.
Αυτή η ανάμνηση είναι ισχυρή και σήμερα όλοι φαντάζονται ότι μπορεί να πάμε στην περίοδο του '70 και του '80 ή των αρχών του '90 και εν πάση περιπτώσει να ζήσουμε όπως πριν. Με το πάρτι των κοινοτικών επιδοτήσεων, των μεσογειακών προγραμμάτων κ.λπ. και των πακέτων Ντελόρ, τα οποία δεν πήγαιναν μόνο κι αποκλειστικά στο μεγάλο κεφάλαιο. Πήγαιναν και σε ένα μέρος της αγροτιάς σημαντικό, σε ένα μέρος των μεσαίων στρωμάτων, καθώς τα μονοπώλια δεν είχαν διεισδύσει παντού και τα οποία ας πούμε βελτίωναν προσωρινά τη ζωή και ήταν μια προσωρινή βελτίωση για την ενσωμάτωση της Ελλάδας στην ΕΕ.
Κοιτάξτε να δείτε, η Ελλάδα, όπως και άλλες χώρες, είναι οι χώρες του μικρού κλήρου, του μικροπαραγωγού αγρότη. Οι καπιταλιστές δεν έκαναν επενδύσεις στην αγροτική παραγωγή, μέσω όμως των επιδοτήσεων, των συνεταιρισμών κ.λπ. μπορούσαν να βγάζουν κέρδη, να αγοράζουν φτηνά αγροτικά προϊόντα.
Οι κοινοτικές επιδοτήσεις γιατί δίνονταν στους αγρότες; Αντί να δοθούν στους βιομήχανους, δίνονταν στους αγρότες για να πουλάνε φτηνά στην χονδρική τιμή στους βιομήχανους και αυτοί με τη σειρά τους να μεγαλώσουν τα κέρδη τους. Αυτή η περίοδος που σχετικά ή απόλυτα, ανάλογα με τους αγώνες, αλλά και με τις ανάγκες της καπιταλιστικής ανάπτυξης, που έδινε ορισμένες παραχωρήσεις, τελείωσε στην καπιταλιστική Ευρώπη, που είναι ο πιο παλιός, ο πιο γερασμένος καπιταλισμός. Δεν γυρνάμε πίσω. Ο,τι είχε να δώσει ο καπιταλισμός, το έδωσε.
Αν δε δεις βαθύτερα πώς αναπτύσσεται ο καπιταλισμός και την εξέλιξή του, πώς λειτουργεί η καπιταλιστική αγορά, δεν πείθεσαι. Και μιλάμε για τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό. Γιατί τώρα έχουμε και αναπτυσσόμενες καπιταλιστικά χώρες, οι οποίες βεβαίως δε θα ζήσουν την καπιταλιστική ανάπτυξη του 20ού αιώνα, Κίνα, Ινδία κ.λπ. και οι ρυθμοί ανάπτυξης δε θα κρατήσουν τόσα χρόνια, όσα κράτησαν στη Γαλλία, στη Γερμανία κ.λπ. Κι αυτός ο καπιταλισμός θα χάσει τη δυναμική του, την έχει ακόμα. Αρα, αυτή είναι μία ισχυρή ανάμνηση. Που τη συντηρούν τα κόμματα. Που πατάνε; Σ' αυτή την ανάμνηση. Και μη μου πείτε τώρα ότι είναι πιο ικανοί από μας να πείσουν. Εχουν τα μέσα, τη δυνατότητα να πείσουν.
Φόβος και αυταπάτες
Επειδή ειπώθηκε ότι το ΚΚΕ θα έπρεπε να έχει 15%. Ας μου επιτραπεί να πω. Τι σημαίνει ισχυρό ΚΚΕ; Κοιτάξτε να δείτε, οι αυξομειώσεις των εκλογικών ποσοστών δεν είναι και τίποτα περίεργο. Ομως, τι θα πει ισχυρό ΚΚΕ; Εδώ έχουμε ευθύνες ως Κόμμα για την καλλιέργεια κοινοβουλευτικών αυταπατών και στο δικό μας περίγυρο. Και έχουμε και ευθύνες γιατί δεν αποκαλύψαμε στο λαό -χωρίς να σνομπάρουμε την εκλογική διαδικασία και τα κοινοβουλευτικά ποσοστά και δεν τα σνομπάρουμε και τα θέλουμε να είναι υψηλά- αυτό που λέμε, την αυταπάτη του αστικού κοινοβουλίου.
Ισχυρό ΚΚΕ σημαίνει: Οργανωμένο γερά στους τόπους δουλειάς και στους κλάδους. Σε όλα τα τμήματα της εργατικής τάξης και τα παλιά και τα καινούρια και γενικότερα στους χώρους της μισθωτής εργασίας. Σημαίνει πιο μαζικό εργατικό κίνημα.
Είναι δυνατόν να θεωρείται ισχυρό το ΚΚΕ, ή να είναι δυνατό το ΚΚΕ, άρα και με σταθερή κοινοβουλευτική δύναμη, όταν για διάφορους λόγους, όχι μόνο από δική μας ευθύνη, σε καμία περίπτωση, όταν αυτή τη στιγμή ένα 10% είναι συνδικαλισμένο; Ενα ελάχιστο ποσοστό συμμετέχει στις συνελεύσεις των σωματείων, ενώ παίρνουν μέρος στις αρχαιρεσίες βασικά οι συνδικαλιστικές παρατάξεις και οι επιρροές.
Επομένως και όταν είχαμε 8,5% κι αν είχαμε και 10%, έπρεπε ακόμα περισσότερο -και εδώ είναι και δική μας ευθύνη- να ανησυχήσουμε και τα μέλη και τον περίγυρο, διότι οι άλλοι δείκτες δεν ήταν αυτοί που έπρεπε. Οχι ότι μπορούσαν κι αυτοί να αυξηθούν αλματωδώς. Αρα λοιπόν, γιατί έφυγε το μισό εκλογικό σώμα του Κόμματος; Γιατί αρνηθήκαμε να μπούμε σε μία κυβέρνηση της ενότητας της αριστεράς, διαχείρισης δηλαδή της κρίσης και γιατί πίστεψε ότι μία κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα του λύσει τα προβλήματα; Δηλαδή, θα πάμε με εύκολο τρόπο, χωρίς θυσίες, ρήξη και σύγκρουση θα ζήσουμε καλύτερα.
Το '81, αυτός δεν ήταν ο λόγος που οι οικογένειες των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης πήγαν μαζικά στο ΠΑΣΟΚ; Τι τους έπεισε, η ρητορεία του Παπανδρέου; Πείστηκαν και σε μία περίοδο που ο καπιταλισμός επέτρεπε ορισμένες, έστω προοδευτικές μεταρρυθμίσεις, που γρήγορα έχαναν τη δυναμική τους, επέτρεψε αυτή την αυταπάτη, το ΠΑΣΟΚ, το σκαλοπάτι. Τότε ήταν η αυταπάτη. Σήμερα είναι και ο φόβος της σύγκρουσης. Δεν έχεις μόνο την αυταπάτη, έχεις και το φόβο.
Ξαναλέω αυτό δε σημαίνει καμία διάθεση να μειώσουμε υποκειμενικές μας αδυναμίες, άλλωστε γρήγορα θα ανοίξει η προσυνεδριακή διαδικασία. Και πρέπει να γίνουμε αυστηροί ακριβώς γιατί οι αντικειμενικές συνθήκες είναι πολύ δύσκολες και περίπλοκες κι αυτό που μπορείς εσύ να το βελτιώσεις, θα το βελτιώσεις.
Διαφορετικές συνταγές διαχείρισης
Επομένως, είμαστε σε άλλη φάση τώρα. Ο καπιταλισμός περνά πια, ιδιαίτερα ο ευρωπαϊκός, σε πλήρη αντίδραση, δεν υπάρχει περίπτωση να γυρίσουμε πίσω. Και απ' αυτήν την άποψη, κοιτάξτε, η ΝΔ και οι συν αυτή, λένε ότι πρώτα πρέπει να απαξιωθεί η εργατική δύναμη, να έχουμε φτηνή εργατική δύναμη, δεν το λένε έτσι, αλλά στην ουσία αυτή είναι η πολιτική τους. Είναι συνεπέστατοι προς τα συμφέροντα του κεφαλαίου και των μονοπωλίων και η πολιτική της ΝΔ έχει και εσωτερική συνοχή. Οντως, δε βγαίνεις απ' την κρίση αν δεν απαξιώσεις πρώτα την εργατική δύναμη και μετά θα προχωρήσεις στην καταστροφή και στην απαξίωση ενός μέρους του κεφαλαίου.
Αυτό ήταν το μνημόνιο, που ο ΣΥΡΙΖΑ λέει ότι ήταν κακό το μνημόνιο. Ετσι γίνεται στην κρίση. Πρώτα απαξιώνεις, πρώτα υποτιμάς την εργατική δύναμη και μετά ανάλογα, αν δεν σου φτάνει αυτό, θα προχωρήσεις και στην καταστροφή και δυνάμεων του κεφαλαίου. Μπορεί να μην ήταν καλό το μνημόνιο για την αστική διαχείριση, αλλά δεν θα καθίσουμε να σκάσουμε εμείς γι' αυτό.
Οταν ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει ένα άλλο μείγμα διαχείρισης, είναι ασυνεπής με το λαό και κατά συνέπεια, ως αξιωματική αντιπολίτευση και κυρίως ως κυβέρνηση, θα προσχωρήσει στην ίδια στρατηγική του κεφαλαίου. Πώς το ΠΑΣΟΚ, ξεκινώντας από διαφορετικές θέσεις απ' τη ΝΔ, άρχισε να συγκλίνει και ευθυγραμμίστηκε; Ξεκίνησε - ας πούμε - να εκφράσει τα μικροαστικά στρώματα, και στη συνέχεια, απ' τη στιγμή που επέλεξε να ακολουθήσει μια φιλομονοπωλιακή πολιτική, έστω σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης, το οδήγησε εκεί που το οδήγησε.
Επομένως, υπάρχουν διαφορετικές συνταγές διαχείρισης, αλλά και οι δύο είναι φιλομονοπωλιακές, πάει και τελείωσε. Τώρα εσείς, μέσα στο χώρο των τραπεζών, αυτό μπορείτε να το δώσετε πάρα πολύ καλά. Σήμερα, αυτά που λέει ο ΣΥΡΙΖΑ, πραγματικά δεν πρόκειται να γίνουν ούτε στη Δευτέρα Παρουσία. Αυτά που λέμε εμείς, δεν μπορούν να γίνουν άμεσα, γιατί δεν υπάρχει ο συσχετισμός δυνάμεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ και 90% να πάρει, δεν θα μπορέσει να τα εφαρμόσει γιατί η οικονομία είναι στα χέρια των μονοπωλίων.
Αν υποθέσουμε ότι ξεκινάει από καλές προθέσεις - και δε μας ενδιαφέρει εμάς αυτή τη στιγμή να κάνουμε πόλεμο προθέσεων ή να τα περιορίσουμε στα ηθικά ζητήματα, αν και ο οπορτουνισμός είναι ανηθικότερος, αλλά ας τα αφήσουμε αυτά, δεν είναι της ώρας. Ας αφήσουμε αυτή τη πλευρά. Σας λέω, 90% να πάρει, μονοκομματική κυβέρνηση να είναι. Να, στην Κίνα, ένα κόμμα είναι, Κομμουνιστικό Κόμμα στην εξουσία είναι, καραμπινάτος καπιταλισμός, από τη στιγμή που κάνεις την επιλογή σου.
Και ο κρατικός καπιταλιστικός τομέας, όταν δεν υπήρχαν ιδιωτικά μονοπώλια στην ενέργεια, στην ύδρευση κ.λπ., μπορούσε με πίεση κάτι να ανακόψει. Στις σημερινές συνθήκες και κρατική ΔΕΗ και κρατικό ΟΤΕ να έχεις, αφού έχεις τα ιδιωτικά μονοπώλια... Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δε λέει ότι θα τα καταργήσει. Λέει ότι σε συνθήκες ελεύθερης αγοράς, όπου θα σου 'ρθει η "Ντόιτσε Τέλεκομ", ο κρατικός ΟΤΕ θα παίξει κοινωνικό ρόλο. Μα δε γίνεται. Είναι άλλο πράγμα όταν είχε το κρατικό καπιταλιστικό μονοπώλιο. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω.
Επενδύσεις και ανάπτυξη για ποιον;
Και, άλλωστε, οι καπιταλιστές επενδύουν σήμερα εκεί που θέλουν. Εμείς π.χ. όταν λέμε επενδύσεις - που βεβαίως εννοούμε κοινωνικοποιημένο τομέα και παραγωγικό συνεταιρισμό -, θα επενδύσεις με στόχο να ικανοποιήσεις ανθρώπινες ανάγκες στη χώρα σου και όχι το κέρδος. Να απεξαρτηθείς από τις δεσμεύσεις και τις εξαρτήσεις που σου επιβάλλει η ΕΕ και τα διεθνή μονοπώλια.
Αν δείτε το οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, της ΝΔ, ξέρετε πού βάζουν; Ενέργεια, τηλεπικοινωνίες. Εκεί που ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός είναι αδυσώπητος. Για να επενδύσεις, για να αναπτύξεις την αγροτική παραγωγή, η οποία σήμερα σου δίνει τη δυνατότητα να λύσεις το πρόβλημα της διατροφής και να καταργήσεις τις εισαγωγές, που είναι παράγοντας που μεγάλωσε το χρέος, πρέπει να δώσεις έμφαση στη ζωική παραγωγή, για να αναπτυχθεί η κτηνοτροφία, η οποία δίνει ώθηση στους βιομηχανικούς κλάδους. Αλλά πρέπει να καταργήσεις τις εισαγωγές.
Και εγώ κι εσείς όταν πηγαίνουμε και αγοράζουμε ένα κινέζικο προϊόν φθηνό, θεωρούμε ότι ωφεληθήκαμε, επειδή η αγοραστική μας ικανότητα έχει υποσκαφτεί, γιατί πληρώνουμε ακριβό ρεύμα κ.λπ. Δεν ωφελούμαστε, γιατί η θάλασσα των κινεζικών εισαγωγών, των ινδικών κ.λπ. χτυπάει σήμερα κλάδους, μικρούς παραγωγούς και έρχεται σε αντίθεση με τη στήριξη της μικρής παραγωγής. Και είναι σχετικό το ακριβό ή φτηνό.
Βέβαια, άμα έχω ένα μισθό και θα πρέπει να πληρώνω ΔΕΗ, ΟΤΕ, Υγεία, Παιδεία, καύσιμα, ο μισθός δε μου φτάνει. Αμα όμως έχω εγχώρια παραγωγή που μπορεί αντί για 10 ευρώ να το αγοράσω 12 ευρώ, στο σοσιαλισμό θα έχουμε εθνικό νόμισμα, μπορώ να το πληρώνω 2 ευρώ παραπάνω, αλλά θα έχω στέγη με ελάχιστο κόστος, θα έχω θέρμανση με ελάχιστο κόστος, θα έχω νερό με ελάχιστο κόστος, θα έχω παιδεία, υγεία, πολιτισμό, αθλητισμό εντελώς δωρεάν.
Επομένως, αν η παραγωγικότητα της εργασίας δεν έχει φτάσει ακόμα σε υψηλό επίπεδο και χρειαστεί να δώσεις, ας πούμε, και ένα ευρώ παραπάνω για το ρούχο, δε θα σου φανεί. Λοιπόν, πέστε μου, μπορείς να αναπτύξεις όλες τις πραγματικές δυνατότητες της χώρας και να είσαι στη ΕΕ; Οχι. Γιατί κριτήριο θα είναι πού επενδύουν οι καπιταλιστές και η ανταγωνιστικότητα.
Εμείς λέμε επενδύσεις παντού, όπου μας χρειάζεται. Π.χ. βιομηχανία επεξεργασίας του ορυκτού πλούτου. Για πείτε μου, με εξαίρεση τη ΛΑΡΚΟ και το Νικέλιο, το οποίο αυτό είναι για εξαγωγές, έχουμε βιομηχανία για την επεξεργασία του ορυκτού πλούτου, για την κατασκευή βιομηχανικών προϊόντων, όταν στη δεκαετία του '50 και του '60 είχαμε ελληνικές κουζίνες ηλεκτρικές, την ΕΣΚΙΜΟ, την ΠΙΤΣΟΣ - καπιταλιστικές ήταν - και τώρα όλα είναι εισαγόμενα. Οταν πριν 50 χρόνια το μορφωτικό επίπεδο της εργατικής τάξης και γενικότερα το επιστημονικό δυναμικό ήταν πολύ μικρότερο και είχαμε ηλεκτρικά είδη και τώρα όλα είναι εισαγωγή και εδώ γίνεται συναρμολόγηση. Αυτά όλα πού το πάει το κόστος; Σε αυτά δεν απαντάει ο ΣΥΡΙΖΑ.
Ο καπιταλισμός δε γυρίζει πίσω
Τους νόμους της καπιταλιστικής αγοράς - καπιταλιστικής οικονομίας κανένα κίνημα και καμία κυβέρνηση, ούτε του ΚΚΕ, στις συνθήκες του καπιταλισμού δεν μπορεί να τους ανατρέψει. Γιατί αυτοί οι νόμοι είναι αντικειμενικοί νόμοι. Να γιατί αρνιόμαστε τη συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν μπορείς να ανατρέψεις τους νόμους του κέρδους, είναι ο ύψιστος νόμος, αυτό δεν ανατρέπεται. Και η ζημιά που κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι αυτός που λέει ότι μια κυβέρνηση της αριστεράς μπορεί να κάνει τα πάντα. Τώρα αρχίζει και τα μινιμάρει βέβαια, λέει λιγότερο, δε γίνεται αυτό το πράγμα, ό,τι έλεγε και το ΠΑΣΟΚ. Και αυτή είναι η μεγάλη παγίδα.
Οταν λέει ότι θα υπάρχει τράπεζα που θα ενισχύσει τους μικρομεσαίους - είμαστε η χώρα με 900.000 μικρές επιχειρήσεις. Πού θα δώσει δάνειο, στον σουβλατζή, στο μικρομάγαζο της γειτονιάς; Τι θα κάνει; Αφού η κύρια τάση είναι συγκέντρωση του χονδρικού και λιανικού εμπορίου σε λίγα χέρια.
Η μόνη "συνεισφορά" που μπορεί να κάνει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ, συνεισφορά σε εισαγωγικά, είναι να διώξει τη ΝΔ από την κυβέρνηση, αλλά δε θα διώξει την πολιτική υπέρ του κεφαλαίου. Το ΠΑΣΟΚ δεν έδιωξε τη ΝΔ, ύστερα από 40 χρόνια, με διάλειμμα της Ενωσης Κέντρου και ύστερα από 8 χρόνια επέστρεψε η ΝΔ; Γιατί τρελάθηκε ο λαός να ξαναγυρίσει πίσω στη ΝΔ;
Αυτό θα έχουμε και με τον ΣΥΡΙΖΑ, σε μια φάση που ο καπιταλισμός δεν κάνει ούτε τις παραμικρές παραχωρήσεις. Δε γυρνάμε πίσω. Πείτε μου μια χώρα που επέστρεψαν οι κατακτήσεις πίσω. Θα ξεκινήσουμε με συντρίμμια, με ελαστικές σχέσεις, με μεγάλη ανεργία, με αυτούς τους μισθούς των 400 ευρώ. Και έτσι θα έρθουν να κάνουν επενδύσεις στην Ελλάδα. Πώς ξεφεύγει ο ΣΥΡΙΖΑ; Οι καπιταλιστές που θα κάνουν, τι θα κάνουν, κοινωνικό έργο;
Γιατί λέμε ότι ο καπιταλισμός είναι σε άλλη φάση; Γιατί υπάρχει η τάση, την έχει πει ο Μαρξ, της μείωσης του μέσου ποσοστού κέρδους. Αυτή είναι η εξέλιξη του καπιταλισμού. Πώς θα τα πάρει με την άνοδο της ανταγωνιστικότητας. Και αυτή η επιλογή έγινε από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 στον καπιταλισμό, με Ρίγκαν - Θάτσερ. Και δεν εννοούμε ριγκανισμό, θατσερισμό. Το ότι βρήκαν ίσως τα κατάλληλα πρόσωπα, αυτό είναι άλλο πράγμα. Και μετά ακολούθησε στην Ευρωζώνη. Δεν μπορεί να αναπαράγεται το καπιταλιστικό σύστημα, να έχει διευρυμένη καπιταλιστική αναπαραγωγή με τον τρόπο που γινόταν πριν.
Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι έχουμε πολλές νέες ιμπεριαλιστικές καπιταλιστικές δυνάμεις που ανταγωνίζονται. Πρώτα ήταν Ευρώπη, Ιαπωνία, ΗΠΑ. Τώρα έχει ανερχόμενες καπιταλιστικές δυνάμεις σε όλες τις ηπείρους, άρα η πίτα μειώνεται. Τρίτον, έχουμε τάσεις αναδιάταξης στο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Οι ΗΠΑ είναι στην πρώτη θέση, κυρίως χάρη στο ότι έχει πολύ μεγάλη παραγωγικότητα, χάνει μερίδια η ΕΕ, πέρασε στην τρίτη θέση, δεύτερη θέση είναι η Κίνα. Αυτό - όπως ο αγγλικός ιμπεριαλισμός πέρασε από την πρώτη θέση στη δεύτερη και ήρθαν μπροστά οι ΗΠΑ - πώς θα εξελιχθεί τα επόμενα χρόνια, δεν ξέρει κανείς. Δε θέλουμε να προκαταλάβουμε τα πράγματα, η κρίση θα βαθύνει.
Στην ΕΕ το καινούριο στοιχείο είναι ότι μεγαλώνει η ανισόμετρη ανάπτυξη όχι ανάμεσα στις χώρες με μικρό - μέσο επίπεδο ανάπτυξης, όπως είμαστε εμείς και άλλες, αλλά και στο σκληρό πυρήνα. Δηλαδή, μεγαλώνει η απόσταση Γερμανίας, Γαλλίας και Ιταλίας. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος, σημαίνει ότι κάποια στιγμή δε θα γίνεται ο ανταγωνισμός με πολιτικά μέσα και θα πάμε στα στρατιωτικά.
Δε σνομπάρουμε να υπάρχουν κατακτήσεις
Τι απαντάει ο ΣΥΡΙΖΑ σε αυτά; Οτι θα επαναφέρει τη μετενέργεια. Και το νόμο περί ευθύνης υπουργών - και μας έλεγε να κάνουμε κυβέρνηση - και την απλή αναλογική. Αμα τα φέρει, εμείς θα τα ψηφίσουμε φυσικά. Αλλά αυτό είναι η διέξοδος από την κρίση; Η μετενέργεια, ο νόμος περί ευθύνης υπουργών και η απλή αναλογική; Οταν εδώ κολοσσοί επιχειρήσεις θα κλείσουν. Και αυτό είναι αναπόφευκτο.
Επομένως, ποια είναι η λύση; Ενα είναι ισχυρό ΚΚΕ, σε όλους τους δείκτες, λαϊκή συμμαχία, ταξική πάλη, διαμόρφωση μιας μαζικής πρωτοπορίας που θα τραβήξει την πλειοψηφία του λαού σε πολιτική ρήξης και ανατροπής. Σε αυτό το έδαφος δε σνομπάρουμε να πετύχουμε έστω να υπάρχουν μικροκατακτήσεις για να δοκιμάζει ο λαός την πείρα του, να παίρνει κουράγιο κ.λπ. Δεν τα σνομπάρουμε αυτά. 94 χρόνια δε λείψαμε από καθημερινούς αγώνες. Αλλά τέλειωσε η φάση εκείνη που ένας κλάδος μόνος του είχε κατάκτηση. Τώρα η επίθεση είναι συνολική.
Εκαναν ένα μήνα απεργία οι τραπεζοϋπάλληλοι, έπαιρναν αύξηση. Σήμερα δε γίνεται. Σήμερα χτυπιούνται ανώτερα τμήματα της εργατικής τάξης, τμήματα των μεσαίων στρωμάτων. Εμείς δε θέλουμε κατακτήσεις σήμερα, να πάρει κουράγιο ο εργαζόμενος; Θέλουμε να κυριαρχεί η απογοήτευση και ο φόβος; Αλλά δεν εξαρτάται από εμάς. Αν η κρίση χτυπήσει τη Γαλλία, έχετε σκεφτεί τι θα γίνει; Και αυτή δεν ανασταίνεται. Αντε να κερδίσει λίγο χρόνο. Αρχίζουν και πέφτουν οι ρυθμοί ανάπτυξης της Κίνας. Αν την Κίνα τη χτυπήσει κρίση; Τώρα η Κίνα δεν είναι Ελλάδα.
Αυτά δεν τα συζητάνε. Και όταν τα συζητάμε, ένας κόσμος τα βλέπει "βουνό". Αλλά πρέπει να δεις τις αντικειμενικές εξελίξεις, γιατί αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να δυναμώσουμε τον υποκειμενικό παράγοντα.
Στις τράπεζες πρέπει να υπάρχει οργανωμένη κομμουνιστική δύναμη, μεγαλύτερη ικανότητα συσπείρωσης, να διευρυνθεί το ριζοσπαστικό ρεύμα. Αυτό είναι που μπορείς να κάνεις το επόμενο διάστημα. Οταν θα δημοσιευθούν οι θέσεις για το Συνέδριο, ελάτε σε ανοιχτές συζητήσεις.
Ακούω και τον Τσίπρα που λέει σχέδιο Μάρσαλ και κάτι τέτοια. Οι όροι θα είναι το τσάκισμα του κινήματος. Δε σου δίνει χρήματα ο καπιταλιστής. Ο πρώτος όρος. Οταν έκαναν το σχέδιο Μάρσαλ - που ήταν άλλες εποχές, ήταν σοσιαλιστικό σύστημα οργανωμένο - ήταν για το δυνάμωμα του καπιταλισμού. Ο όρος που βάλανε ήταν να φύγουν οι κομμουνιστές από τις κυβερνήσεις. Ιταλοί και Γάλλοι. Και φύγανε.
Κοιτάξτε να δείτε, και τον ΣΥΡΙΖΑ μεταβατικά τον βλέπουν. Δε λέω εγώ ότι ερωτεύτηκαν απότομα τον ΣΥΡΙΖΑ. Θα προτιμούσανε να έχουν αυθεντικά αστικά δικά τους κόμματα. "Σαρξ εκ της σαρκός τους". Αλλά δεν μπορούν. Θα τον χρησιμοποιήσουν και μετά θα τον πετάξουν. Εδώ ξεδόντιασαν το ΠΑΣΟΚ. Εδώ σκέφτονται για νέο δεξιό κόμμα, δηλαδή στη θέση της ΝΔ, κάτι το καινούριο. Δεν έχουν πρόβλημα με τα δικά τους κόμματα. Την ΕΡΕ δεν την κατάργησαν; Θα σεβαστούν τώρα τον ΣΥΡΙΖΑ; Οσο θα τους κάνει τη λάντζα... Μόλις τελειώσουν, πάμε γι' άλλα.
Να ανοίξουμε ρωγμές που δεν κλείνουν
Και εδώ τι μπορεί να κάνει το ισχυρό ΚΚΕ; Το κίνημα, όχι το ΚΚΕ μόνο του, να επιβάλει ρωγμές στο αστικό πολιτικό σύστημα και ταυτόχρονα να στερήσει από το αστικό πολιτικό σύστημα εφεδρείες να καλύπτει τις ρωγμές. Τότε το κίνημα μπορεί να έχει κατακτήσεις, χωρίς να προηγείται ο σοσιαλισμός. Οταν το σύστημα δηλαδή αρχίζει και φοβάται την ανατροπή του. Και εφόσον βεβαίως έχει και ένα πιο ισχυρό ρεύμα σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Τότε μπορείς να έχεις ορισμένες κατακτήσεις.
Ως Κόμμα δε μας επιτρέπεται να βάλουμε όρια τι μπορείς να κατακτήσεις στον καπιταλισμό. Δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω στην εποχή των παχιών αγελάδων στον καπιταλισμό. Αρα, πρέπει να έχει ρωγμές. Οταν το σύστημα έχει ρωγμές και τις καλύπτει ο ΣΥΡΙΖΑ, η Χρυσή Αυγή, οι Ανεξάρτητοι Ελληνες - δεν τα ταυτίζω μεταξύ τους - και το κίνημα αδυνατίζει και αδυνατίζει το ΚΚΕ, τότε ανασυντάσσεται το σύστημα.
Να γιατί αξίζει εφόσον γίνουν εκλογές να μην περάσει η σφοδρή επίθεση στο ΚΚΕ για να το βγάλουν και έξω από το Κοινοβούλιο, ώστε να μπορούν να καλύπτουν τις ρωγμές τους εύκολα. Αυτό το πράγμα έχει πολύ μεγάλη αξία. Αυτό είναι σήμερα και είναι ρεαλιστικό, είναι ελπίδα για το λαό αυτό που λέμε. Να αποδυναμώσουμε, να αποσταθεροποιήσουμε το αστικό πολιτικό σύστημα. Δε θα λύσουμε σε μια νύχτα τα προβλήματα διά της ανατροπής. Αυτό όμως είναι ρεαλιστικό που λέμε. Τώρα, άμα θέλεις να λύσεις τα προβλήματά σου χωρίς ρήξη, δε γίνεται αυτό.
Το ΚΚΕ μπορεί να συμβάλει στην οργάνωση των λαϊκών μαζών και να προσθέσουμε και στην ανάπτυξη της λαϊκής πρωτοβουλίας. Οταν οργανώνονται οι λαϊκές μάζες απελευθερώνεται και η λαϊκή πρωτοβουλία. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Εμείς δεν μπορούμε να βλέπουμε τον κόσμο να κάνει μία κινητοποίηση για να γίνει ψηφοφόρος στην επόμενη μάχη. Αυτό που λέμε είναι η οργάνωση, η λαϊκή πρωτοβουλία, οι συλλογικές διαδικασίες, οι συνελεύσεις στους τόπους δουλειάς».

πηγή ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ Βασικός κρίκος στην εξυπηρέτηση των μονοπωλίων


Αποψη από τη χτεσινή εκδήλωση
Ο Παναγιώτης Κατηφές τόνισε αρχικά ότι η αναδιάρθρωση του χρηματοπιστωτικού τομέα είναι αναπόφευκτη σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης καθώς οι τράπεζες στην καπιταλιστική οικονομία αποτελούν βασικό κρίκο τόσο της συσσώρευσης κεφαλαίου, όσο και της σύμφυσης τραπεζικού - βιομηχανικού - εμπορικού κεφαλαίου. Αναλύοντας το ρόλο της τράπεζας σημείωσε:«Η τράπεζα είναι βασικό εργαλείο της καπιταλιστικής ανάπτυξης γιατί:
  • Ενισχύει την καπιταλιστική συσσώρευση.
  • Παίζει καθοριστικό ρόλο στη διακλαδική εξίσωση του ποσοστού κέρδους που είναι βασικός νόμος για την κίνηση της καπιταλιστικής παραγωγής.
  • Μειώνει τα έξοδα κυκλοφορίας. Βασικό έξοδο στον καπιταλισμό είναι και το χρήμα που έχει αξία. Με την τράπεζα μπορεί το χρήμα να απουσιάζει από πολλές συναλλαγές.
  • Αποτέλεσε και αποτελεί την κύρια βάση για μετατροπή των επιχειρήσεων σε μετοχικές εταιρείες.
  • Είναι ο βασικός μοχλός υπερπαραγωγής για το βιομηχανικό κεφάλαιο και υπερκερδοφορίας για το εμπορικό κεφάλαιο.
(...) Γι' αυτό σήμερα το αστικό κράτος θέλει να ανακεφαλαιοποιήσει τις τράπεζες και σε όλη την περίοδο της κρίσης έχει μπει στα ταμεία των τραπεζιτών πακτωλός κρατικού χρήματος».
«Οι τράπεζες - συνέχισε - λειτουργούν ως κερδοφόρα καπιταλιστική επιχείρηση και σε περίοδο κρίσης. Εμπορεύονται χρήμα, συγκεντρώνουν τα συσσωρευμένα κεφάλαια των καπιταλιστών και τις καταθέσεις των μισθωτών δίνοντάς τους ως αντάλλαγμα επιτόκια για να τα προσελκύσουν. Επίσης, χορηγούν δάνεια σε καπιταλιστές που δυσκολεύονται να διαθέσουν μεγάλα κεφάλαια για να τα τοποθετήσουν σε μια επένδυση, αλλά και σε μισθωτούς κυρίως για να καλύψουν βασικές τους ανάγκες που δεν τις καλύπτει ο μισθός τους. Σήμερα όλες οι τράπεζες, μικρές, μεγάλες, ιδιωτικές, συνεταιριστικές, δανείζουν χρήμα σχεδόν σε 8πλάσιες τιμές από ό,τι δανείζονται. Αυτή είναι η βασική λειτουργία τους ως καπιταλιστικών επιχειρήσεων που εμπορεύονται χρήμα, που από τη φύση τους αναζητούν και κυνηγούν την κερδοφορία.
Ακόμα και σήμερα, σε περίοδο κρίσης, οι τράπεζες λειτουργούν κερδοφόρα όχι μόνο από την κερδοφορία τους στην αναλογία "χρήμα που δανείζω προς χρήμα που δανείζομαι" από καπιταλιστές και μισθωτούς, αλλά και από το ότι δανείζονται από την ΕΚΤ με επιτόκιο 0,75% και δανείζουν το ελληνικό αστικό κράτος με επιτόκιο σχεδόν 5%.
Αρκεί αυτή η λειτουργία στο τραπεζικό κεφάλαιο για να αυξήσει τη συσσώρευσή του; Οχι. Στόχος κάθε καπιταλιστή δεν είναι απλά το κέρδος, δεν είναι το μέσο κέρδος, αλλά το πώς θα κατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο από το κέρδος του κλάδου που δραστηριοποιείται.
Το τραπεζικό κεφάλαιο κατά ένα μικρό μέρος μόνο αποτελείται από τα ίδια κεφάλαια των τραπεζιτών. Ο κύριος όγκος των κεφαλαίων τους είναι ξένα κεφάλαια (κυρίως άλλων καπιταλιστών και λιγότερο καταθέσεις μισθωτών). Αυτό τους δημιουργεί μια ισχυρότερη κεφαλαιακή βάση και έτσι μπορούν να εμπορεύονται χρήμα.
Το κέρδος του τραπεζικού κεφαλαίου δε διαμορφώνεται κυρίως στα κέρδη από τόκους, αλλά βασική πηγή κέρδους του είναι η υπεραξία που δημιουργείται από τη μισθωτή εργασία, τόσο των εργαζομένων του κλάδου, όσο και του συνόλου των μισθωτών της χώρας. Από αυτήν την υπεραξία μπορεί και συσσωρεύει το μεγάλο κεφάλαιο και έτσι τοποθετεί χρήματα στις τράπεζες. Μάλιστα, η ανώτερη μορφή της τραπεζικής μονοπώλησης, το χρηματιστικό κεφάλαιο, που είναι η σύμφυση τραπεζικού και βιομηχανικού κεφαλαίου, δείχνει ολοκάθαρα τη ροή. Κερδοφορία από την υπεραξία - καπιταλιστική συσσώρευση - τοποθέτηση στην τράπεζα - από την τράπεζα ξανά στο βιομηχανικό κεφάλαιο - για νέα τοποθέτηση και - νέα συσσώρευση»
Οι επιπτώσεις της κρίσης
Στη συνέχεια αναφέρθηκε σε μια σειρά στοιχεία που δείχνουν ότι κάθε άλλο παρά αρνητικές είναι οι συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης για το τραπεζικό κεφάλαιο.
«Από το ξέσπασμα της κρίσης - είπε - μέχρι σήμερα και πριν μπούμε στη φάση της συγχώνευσης και τη δημιουργία των τριών ισχυρών ομίλων στον κλάδο, για τους τραπεζίτες τα στοιχεία δείχνουν:
  • Το α' τρίμηνο του 2009 οι 8 μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας (Εθνική, Alpha, Eurobank, Πειραιώς, Κύπρου, Marfin, ATE, Emporiki) είχαν καθαρά κέρδη 610 εκατ. ευρώ.
  • Το α' τρίμηνο του 2012 οι ίδιες 8 τράπεζες είχαν κέρδη 721 εκατ. ευρώ μόνο από τους τόκους, το ποσό αυτής της κερδοφορίας μόνο από τόκους ξεπερνούσε κατά 75% τα έξοδα μισθοδοσίας και των 8 τραπεζών.
  • Πριν δέκα έτη (2002) το ενεργητικό των 4 "συστημικών" τραπεζών (Εθνική, Alpha, Eurobank, Πειραιώς) ήταν 114 δισ. ευρώ, το 2010 ήταν 332 δισ. ευρώ (αύξηση 191%), ενώ η εκτίμηση για το τέλος του τρέχοντος έτους εν μέσω κρίσης είναι για 340 δισ. ευρώ (αύξηση 2,5%) φτάνοντας το 161% του ΑΕΠ της χώρας»!
Επόμενο αυτής της κατάστασης θα είναι σε πρώτη φάση η δημιουργία των τριών μεγάλων ομίλων στον κλάδο - Εθνικής, Πειραιώς και Alpha - που «θα έχουν ενεργητικό που θα φτάνει στο 165% του ΑΕΠ της χώρας, ενώ θα συγκεντρώνουν πάνω από το 70% των καταθέσεων και των δανείων. Στο σύνολο των εργαζομένων στις τράπεζες το 65% θα συγκεντρώνεται στους 3 ομίλους (Εθνική - Πειραιώς - Alpha). Οι εξελίξεις αυτές σε σχέση με την ανακεφαλαιοποίηση θα κρίνει και το μέλλον των υπόλοιπων τραπεζών».
Αντιθέτως, για τους εργαζόμενους του κλάδου η κρίση μέχρι τώρα σημαίνει: «Μείωση προσωπικού 12% στον κλάδο - προβλέψεις για -15% έως τέλος 2012. Μείωση καταστημάτων 7% στον κλάδο. Μείωση αποδοχών 10% - 30% μόνο το τελευταίο έτος (2011). Μεσοσταθμικά έχει επέλθει μείωση αποδοχών 25% από το 2010».
Επίσης, οι διαδικασίες των εξαγορών και συγχωνεύσεων για τους εργαζόμενους έχουν αρνητικά αποτελέσματα, όπως φαίνεται από τα πρόσφατα παραδείγματα: «Από το 2006, όταν η Εμπορική πωλήθηκε στη γαλλική Gredit Agricole, μέχρι σήμερα οι εργαζόμενοι της Εμπορικής έχουν μειωθεί τέσσερις φορές περισσότερο από τη μέση μείωση προσωπικού του κλάδου στη χώρα μας. Από το 2004, όταν η Γενική πωλήθηκε στη γαλλική Societe Generale, μέχρι σήμερα οι εργαζόμενοι της Γενικής έχουν μειωθεί 3 φορές περισσότερο από τη μέση μείωση προσωπικού του κλάδου στη χώρα μας. Οι 180 άνεργοι πλέον τραπεζοϋπάλληλοι από τις συνεταιριστικές τράπεζες που έκλεισαν φέτος στη χώρα μας (...)».
Η θέση του ΚΚΕ για το ρόλο της τράπεζας
Τέλος, ο Παναγιώτης Κατηφές παρουσίασε τη θέση του ΚΚΕ για το ρόλο της τράπεζας, σημειώνοντας μεταξύ άλλων:
«Η θέση μας προσδιορίζεται από το χαρακτήρα που πρέπει να έχει η οικονομία ώστε να ικανοποιεί τις λαϊκές ανάγκες και όχι την καπιταλιστική κερδοφορία, γι' αυτό η δική μας θέση δεν αναγνωρίζει καθόλου την ανάγκη ύπαρξης της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας ούτε στο Χρηματοπιστωτικό Σύστημα. Δεν έχει καμία σχέση η κρατικοποίηση μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα για τη σωτηρία του ίδιου του καπιταλισμού, με την κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και τη διαμόρφωση των νέων οικονομικών σχέσεων της κοινωνικής ιδιοκτησίας».
Και επισήμανε:
«Στη λαϊκή εξουσία και οικονομία, το χρήμα σταδιακά θα χάνει το περιεχόμενό του ως μορφή της αξίας, δε θα λειτουργεί ως μέσο ανταλλαγής εμπορευμάτων, δε θα είναι αναγκαίο για την κύκληση του κεφαλαίου για την κερδοφορία. Το χρήμα θα μετατραπεί ως αποδεικτικό της εργασίας και θα υπηρετεί την πρόσβαση των εργαζομένων στην ατομική κατανάλωση, αφού βασικά κοινωνικά αγαθά θα είναι δωρεάν για όλους (Υγεία, Παιδεία, Πρόνοια, Πολιτισμός, Αθλητισμός, Διακοπές, Στέγη, κ.ά.).
Θα υπάρχει η Κεντρική Τράπεζα, με παραρτήματά της σε όλη την επικράτεια, που θα έχει τελείως διαφορετικό ρόλο από τη λειτουργία των σημερινών τραπεζών στο καπιταλιστικό σύστημα. Θα ελέγχει το χρήμα για την ανταλλαγή των εμπορευμάτων της κοινωνικής παραγωγής με τον αγροτικό συνεταιρισμό και τους μικρούς εμπορευματοπαραγωγούς, θα διαμεσολαβεί στις διεθνείς διακρατικές εμπορευματικές και τουριστικές σχέσεις, ως τμήμα του κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας θα ελέγχει τον κεντρικό σχεδιασμό με ρόλο κεντρικής κοινωνικής λογιστικής, θα ελέγχει τα αποθέματα χρυσού της χώρας.
(...) Είναι φανερό λοιπόν ότι το "τραπεζικό σύστημα" που εμείς προτείνουμε δε θα υπηρετεί την καπιταλιστική ιδιοκτησία, αλλά την κοινωνική ιδιοκτησία της εργατικής εξουσίας, δε θα υπηρετεί την κερδοφορία του κεφαλαίου, αλλά την ικανοποίηση των διευρυμένων λαϊκών αναγκών. Αυτή είναι και η βασική διαφορά της πρότασης του ΚΚΕ, ότι υπηρετεί τις λαϊκές ανάγκες και όχι την κερδοφορία του κεφαλαίου ή τη "χρηστή" καπιταλιστική διαχείριση».

πηγή ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

«Σπλάχνο των σπλάχνων» της εργατικής τάξης της Ελλάδας Στα 94 χρόνια από την ίδρυση του ΚΚΕ

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΕΛΛΑΔΑΣ

«Εις το ξενοδοχείον "Πειραιεύς", εις την αίθουσαν του σωματείου των μηχανικών ατμοπλοίων... (λογοκρισία 3 γραμμών) συνήλθε χτες εις την πρώτην συνεδρίασίν του το πρώτον σοσιαλιστικόν συνέδριον της Ελλάδος, με κύριον σκοπόν την συνένωσιν όλων των εν Ελλάδι σοσιαλιστικών ομάδων εις ένα ενιαίον κόμμα διοικούμενον ενιαίως και αντιπροσωπευόμενον εις την Διεθνή. Η έναρξις εγένετο εις τας 10 π.μ...» («Ριζοσπάστης» 5, (18) του Νοέμβρη 1918).
Ετσι άρχιζε ο «Ριζοσπάστης» το ρεπορτάζ από την πρώτη μέρα, στις 17 Νοέμβρη 1918, των εργασιών του ιδρυτικού Συνεδρίου του Κόμματός μας, που φέτος κλείνει 94 χρόνια ζωής και δράσης, από τη στιγμή της συγκρότησης των διαφόρων σοσιαλιστικών ομίλων σε ενιαίο κόμμα, στην πρωτοπορία της οργάνωσης και καθοδήγησης της ταξικής πάλης της εργατικής τάξης της Ελλάδας, για την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού - κομμουνισμού.
Το Κόμμα μας, «τέκνο της ανάγκης και ώριμο τέκνο της οργής», ήταν ώριμος καρπός της ελληνικής οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας, της εξέλιξης του καπιταλισμού. Ενσάρκωσε τη συνένωση της επιστημονικής κοσμοθεωρίας του κομμουνισμού με το εργατικό κίνημα. Η εμφάνισή του σηματοδότησε την ιδεολογική και πολιτική χειραφέτηση της εργατικής τάξης.
Το ΚΚΕ ιδρύθηκε με την ονομασία Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΕΚΕ). Στο Δεύτερο Συνέδριό του, που συνήλθε τον Απρίλη, 5 - 12 (18 - 25) του 1920 και αποφάσισε την προσχώρηση στη Γ' Κομμουνιστική Διεθνή και την αποδοχή των αρχών και των ψηφισμάτων της, αποφασίστηκε να προστεθεί στον τίτλο του Κόμματος η λέξη «Κομμουνιστικό» και έτσι το κόμμα ονομαζόταν Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος (Κομμουνιστικό), ΣΕΚΕ (Κ). Στο ίδιο Συνέδριο αποφασίστηκε να τεθεί ο «Ριζοσπάστης» υπό τον έλεγχο της ΚΕ. Ενα χρόνο αργότερα, την 1η Αυγούστου 1921, ο «Ριζοσπάστης» έγινε «επίσημο όργανο του ΣΕΚΕ (Κ)». Εως τότε, επίσημο όργανο της ΚΕ του Κόμματος ήταν η εφημερίδα «Εργατικός Αγών» με εκδότη τον Δημοσθένη Λιγδόπουλο.
Τη μετονομασία του σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας την αποφάσισε το τρίτο έκτακτο Συνέδριό του, που συνήλθε από τις 26 Νοέμβρη έως τις 3 Δεκέμβρη του 1924. Το Συνέδριο, ομόφωνα, δέχτηκε όλες τις αποφάσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς, της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας και τους 21 όρους εισδοχής των Κομμουνιστικών Κομμάτων στη Διεθνή. Σ' αυτό το Συνέδριο, το Κόμμα, από ΣΕΚΕ (Κ), μετονομάστηκε σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (Ελληνικό Τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς), ΚΚΕ (ΕΤΚΔ).
Η ίδρυση του ΚΚΕ ήταν νομοτελειακή κατάληξη μιας μακροχρόνιας διαδικασίας, που οδήγησε στη συνένωση της επαναστατικής κοσμοθεωρίας με το εργατικό κίνημα, στο επαναστατικό προλεταριακό κόμμα. Η οργανική συνύπαρξη της θεωρίας με το κίνημα προϋποθέτει μια μεγάλη περίοδο διεργασιών, που έχει σχέση, αφ' ενός, με τη διάδοση του μαρξισμού, αφ' ετέρου, με την πολιτική συνείδηση της ίδιας της εργατικής τάξης και την κατάκτηση πείρας και οργάνωσής της σε δικούς της φορείς για τα δικά της συμφέροντα. Αλλά και η ύπαρξη αυτών των προϋποθέσεων σημαίνει ότι η κοινωνική εξέλιξη έχει δημιουργήσει τους παράγοντες που γεννούν αυτές τις προϋποθέσεις. Οπως η ύπαρξη και εδραίωση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, έτσι που να υπάρχει εργατική τάξη και να έχει αρχίσει η συγκέντρωσή της, αλλά και η δράση πρωτοπόρων αστών διανοητών για την επεξεργασία, τη θεμελίωση και τη διάδοση της επιστημονικής κοσμοθεωρίας και, κυρίως, η διάδοσή της, μέσα στην εργατική τάξη.
Τέτοιες ήταν οι συνθήκες που επικρατούσαν στην Ελλάδα στις αρχές του 20ού αιώνα, αλλά κυοφορούνταν από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα.
Το 1890, ο Σταύρος Καλλέργης ιδρύει τον «Κεντρικό Σοσιαλιστικό Σύλλογο» στην Αθήνα, με παραρτήματα και σε άλλες πόλεις.
Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, στην Ελλάδα, η εργατική τάξη αρχίζει να συγκεντρώνεται στα πρώτα εργοστάσια που κάνουν την εμφάνισή τους μετά το 1870. Ετσι εμφανίζεται το βιομηχανικό προλεταριάτο.
Μέχρι τότε, οι εργάτες ήταν διάσπαρτοι σε μαγαζιά, μικρές βιοτεχνίες, στα λιμάνια και τα εμπορικά πλοία και σε ελάχιστες εξορυκτικές μονάδες. Αυτήν την εποχή, οργανώνονται και τα πρώτα σωματεία και οι πρώτοι αξιόλογοι οργανωμένοι συνδικαλιστικοί εργατικοί αγώνες.
Η πρώτη, βεβαίως, εργατική απεργία έγινε το 1826 από τους τυπογράφους του Ναυπλίου, αλλά σταθμός στην ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος ήταν η μεγάλη απεργία των μεταλλωρύχων του Λαυρίου το 1896 που πήρε τη μορφή της εξέγερσης.
Την ίδια περίοδο, προς το τέλος του 19ου αιώνα, αναπτύσσεται και η σοσιαλιστική φιλολογία, κυρίως μέσω εφημερίδων με έργα όπως του Μπέμπελ «Γυνή και Κοινωνισμός» (Γυναίκα και Σοσιαλισμός), του Βέλγου Λεβαλιέ «Ιστορία και θεωρία του Σοσιαλισμού» και το έργο του Μαρξ «Μισθωτή Εργασία και Κεφάλαιο». Στις αρχές του 20ού αιώνα, το 1907, κυκλοφορεί το πρώτο θεωρητικό έργο της ελληνικής σοσιαλιστικής φιλολογίας, το βιβλίο του Γ. Σκληρού (Γ. Κωνσταντινίδης) με τίτλο «Το Κοινωνικό μας ζήτημα», που έκανε την πρώτη προσπάθεια διερεύνησης των προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας με βάση τον ιστορικό υλισμό, προπαγανδίζοντας το αναπόφευκτο της πάλης των τάξεων σαν το μοναδικό παράγοντα της κοινωνικής προόδου. Στη συνέχεια, ο Κώστας Χατζόπουλος, που ενστερνίστηκε τις σοσιαλιστικές ιδέες στη Γερμανία, μεταφράζει το κλασικό ιστορικό έργο «Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» των Μαρξ - Ενγκελς, με τίτλο «Το Κοινωνιστικό Μανιφέστο» και αργότερα το έργο του Ενγκελς «Η εξέλιξη του σοσιαλισμού από ουτοπία σε επιστήμη», με τίτλο «Ο επιστημονικός και ουτοπικός σοσιαλισμός», ενώ αργότερα άρχισε να δημοσιεύει η εφημερίδα «Κοινωνισμός» αποσπάσματα από το «Κεφάλαιο» του Μαρξ. Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα μπαίνει πλέον στην περίοδο ωριμότητας, ανοίγοντας το δρόμο στο εργατικό κίνημα να γνωριστεί με την επιστημονική κοσμοθεωρία.
Το 1911 συγκροτείται στην Αθήνα το Σοσιαλιστικό Κέντρο από τον Ν. Γιαννιό. Το Σοσιαλιστικό Κέντρο έχει δικό του πρόγραμμα και αρχές, με βάση τα διεθνή σοσιαλιστικά συνέδρια της Β` Διεθνούς. Την ίδια χρονιά (1911), με πρωτοβουλία πάλι του Γιαννιού, ιδρύθηκε το Σοσιαλιστικό Κέντρο Πειραιά.
Το 1912, στην Αθήνα ιδρύεται ο Σοσιαλιστικός Ομιλος της Ελληνικής Νεολαίας, από νέους εργάτες, και εκδίδει το δεκαπενθήμερο περιοδικό «Ανάστασις». Ο όμιλος αυτός εντάχθηκε στο Σοσιαλιστικό Κέντρο της Αθήνας του Ν. Γιαννιού, ενώ συνδέθηκε και με τη Διεθνή Σοσιαλιστική Νεολαία. Το 1912 ιδρύεται και ο Σοσιαλιστικός Ομιλος της Κέρκυρας, ενώ μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους συγκροτείται η Σοσιαλιστική Νεολαία Καβάλας που αναπτύσσει έντονη σοσιαλιστική προπαγάνδα και δράση στους καπνεργάτες.
Το 1914, ο Π. Δημητράτος ίδρυσε στην Αθήνα τη Σοσιαλιστική Εργατική Ενωση και το 1916 ιδρύθηκε η Σοσιαλιστική Νεολαία της Αθήνας, με πρωτοβουλία του Δημοσθένη Λιγδόπουλου και των συμφοιτητών του Σπ. Κομιώτη, Φρ. Τζουλάτη και αδελφών Δούμα. Αυτή η οργάνωση έδινε έμφαση στις αρχές του επιστημονικού σοσιαλισμού και στην ανάγκη της διαφώτισης και οργάνωσης της εργαζόμενης νεολαίας. Εξέδιδε δε και την εφημερίδα «Εργατικός Αγών» που διηύθυνε ο Λιγδόπουλος.
Η Φεντερασιόν, σοσιαλιστική οργάνωση που δρούσε στη Θεσσαλονίκη και συσπείρωνε στις γραμμές της εκπροσώπους από εργάτες όλων των εθνικοτήτων της πόλης (Ελληνες, Τούρκους, Εβραίους, Βούλγαρους) και είχε οργανώσει και καθοδηγήσει σημαντικούς εργατικούς αγώνες στη Μακεδονία, είχε συνειδητοποιήσει περισσότερο την ανάγκη οργάνωσης κόμματος της εργατικής τάξης της Ελλάδας. Ετσι, πήρε την πρωτοβουλία της σύγκλησης, τον Απρίλη του 1915 στην Αθήνα, της πρώτης Πανελλαδικής Σοσιαλιστικής Συνδιάσκεψης, στην οποία συμμετείχαν αντιπρόσωποί της και αντιπρόσωποι της Σοσιαλιστικής Ενωσης, των Σοσιαλιστικών Κέντρων του Πειραιά, του Βόλου, της Κέρκυρας και της Μυτιλήνης, καθώς και των εφημερίδων «Αβάντι» (Θεσσαλονίκης) και «Οργάνωσις».
Η Συνδιάσκεψη κατέληξε σε μια σειρά διακηρύξεις για τα δικαιώματα της εργατικής τάξης και την ανάγκη ίδρυσης δικού της κόμματος χωρίς να προχωρήσει σ' αυτό.
Η Οχτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία επιδρά αποφασιστικά στην επιτάχυνση των διαδικασιών και στην ωρίμανση της ανάγκης ίδρυσης κόμματος του προλεταριάτου.
Τον Αύγουστο του 1918 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα εργατική Συνδιάσκεψη, με σκοπό την προετοιμασία της σύγκλησης Πανελλαδικού Εργατικού Συνεδρίου. Το Πανελλαδικό Εργατικό Συνέδριο άρχισε τις εργασίες του στην Αθήνα στις 21 του Οκτώβρη (3 του Νοέμβρη) του 1918 και τις συνέχισε στον Πειραιά. Υστερα από έντονη και σκληρή ιδεολογική αντιπαράθεση, το Συνέδριο υιοθέτησε την αρχή της πάλης των τάξεων μακριά από κάθε αστική χειραγώγηση. Ετσι ιδρύθηκε η ΓΣΕΕ.
Λίγες μέρες μετά το εργατικό συνέδριο και την ίδρυση της ΓΣΕΕ, συνήλθε το 1ο Πανελλαδικό Σοσιαλιστικό Συνέδριο, το ιδρυτικό Συνέδριο του ΣΕΚΕ.
Το κόμμα της εργατικής τάξης από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής του επέμεινε στην οργάνωσή του σύμφωνα με τις αρχές της επιστημονικής κοσμοθεωρίας, αλλά και στην εξασφάλιση στις συγκεκριμένες συνθήκες της πρωτοπορίας από την άποψη της ιδεολογίας, της πολιτικής και της δράσης για την υπεράσπιση των συμφερόντων της εργατικής τάξης και όλου του λαού. Ηταν κόμμα επαναστατικό - διεθνιστικό. Τάχτηκε στο πλευρό της Οχτωβριανής Επανάστασης.
Ο «Ριζοσπάστης», την Παρασκευή 10 (23) Νοέμβρη 1918 αναφέρει τη συζήτηση και απόφαση για αποστολή χαιρετιστηρίου προς τη Σοβιετική Ρωσία: «Κατά την συνεδρίασιν της Πέμπτης επί τη επετείω της Ρώσικης δημοκρατίας των σοβιέτ, εγένετο δεκτόν ψήφισμα χαιρετισμού προς αυτήν και διαμαρτυρία διά τη μελετώμενην επέμβασιν των Συμμάχων». Ταυτόχρονα, στο Πρόγραμμα του Κόμματος, στο πρώτο μέρος με τίτλο «Αρχαί του Κόμματος», είναι διατυπωμένη με σαφήνεια η προσήλωσή του στο Διεθνισμό. «Τα συμφέροντα των εργατών εις όλας τας χώρας που έχουν καπιταλιστικήν παραγωγήν είναι τα ίδια. Με την ανάπτυξιν της παγκοσμίου συγκοινωνίας και με τη δημιουργία της παγκοσμίου αγοράς διά την χονδρικήν παραγωγήν η κατάστασις των εργατών μιας χώρας αφομοιώνεται και εξαρτάται από τη γενικήν κατάστασιν των εργατών εις άλλας χώρας. Η απελευθέρωσις λοιπόν της εργατιάς είναι έργον εις το οποίον οι εργάται όλων των χωρών λαμβάνουν από κοινού μέρος. Τούτο συναισθανόμενον και το Σοσιαλιστικόν Εργατικόν Κόμμα της Ελλάδος, κηρύσσει εαυτό ηνωμένον με όλους τους εργάτας των άλλων χωρών που έχουν προαχθεί εις συναίσθησιν της τάξεώς των».
Το ιδρυτικό Συνέδριο του ΣΕΚΕ (ΚΚΕ) ήταν για την εργατική τάξη, το λαό της Ελλάδας, το πιο σημαντικό ιστορικό γεγονός της εποχής, γιατί μπήκε το θεμέλιο της ανάπτυξης της συνειδητής ταξικής πολιτικής πάλης για την εκπλήρωση του ιστορικού ρόλου της εργατικής τάξης. Στο Συνέδριο έγινε έντονη ιδεολογική αντιπαράθεση στα πιο κρίσιμα ζητήματα, όπως ο χαρακτήρας του Κόμματος και το πρόγραμμά του.
Εκδηλώθηκαν τρεις τάσεις. Η μία ήταν η επαναστατική των σοσιαλιστών που συσπειρώθηκαν γύρω από τον Δημοσθένη Λιγδόπουλο, τον Σπύρο Κομιώτη και τον Μιχ. Οικονόμου.
Η δεύτερη ήταν δεξιά ρεφορμιστική με τους Α. Σιδέρη, Ν. Γιαννιό και Π. Δημητράτο.
Εκφράστηκε επίσης και μια τρίτη τάση κεντριστική, με εκπρόσωπο τον Α. Μπεναρόγια.
Οξύτατη συζήτηση έγινε για το θέμα των μεταρρυθμίσεων, αν θα λέγεται ή όχι το πρόγραμμα μεταρρυθμιστικό. Για το πολίτευμα, αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη βασιλεία και τη δημοκρατία. Για την Κοινωνία των Εθνών, αν πρέπει να υποστηριχτεί ή όχι. Για τον πόλεμο, αν επιβάλλεται αποχή από κάθε πόλεμο ή μόνο από τον αστικό. Για την εθνικοποίηση ή απαλλοτρίωση της γης.
Μέσα από την ιδεολογική διαπάλη στο ιδρυτικό Συνέδριο, επικράτησαν στα περισσότερα και πιο κρίσιμα ζητήματα οι θέσεις των σοσιαλιστών υπό τον Δ. Λιγδόπουλο, οι επαναστατικές.
Η δεξιά τάση, με επικεφαλής τον Ν. Γιαννιό, που βρέθηκε στη θέση της μειοψηφίας στο Συνέδριο, αποχώρησε αφού δεν κατάφερε να αναγνωριστεί από τους συνέδρους σαν τάση με δικό της καθοδηγητικό κέντρο.
Την τελευταία μέρα, το Συνέδριο κατέληξε για το δημοσιογραφικό όργανο του Κόμματος και ψήφισε τελικά ντοκουμέντα.
Στο ιδρυτικό ψήφισμα κατοχυρώθηκε ο προλεταριακός - διεθνιστικός χαρακτήρας του Κόμματος, ως εξής:
«Το Σοσιαλιστικόν Εργατικόν Κόμμα της Ελλάδος βασίζεται επί των εξής θεμελιωδών αρχών:
1. Πολιτική και οικονομική οργάνωσις του προλεταριάτου σε ξεχωριστό κόμμα τάξεως για την κατάκτησιν της πολιτικής εξουσίας και τη δημοσιοποίησιν των μέσων της παραγωγής και ανταλλαγής, δηλαδή τη μεταβολήν της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας εις κοινωνίαν κολεχτιβικήν ή κομμουνιστικήν.
2. Διεθνής συνεννόησις και δράσις των εργατών».
Τα ντοκουμέντα, που ψήφισε το συνέδριο και ιδιαίτερα το πρώτο σοσιαλιστικό πρόγραμμα, είναι πραγματικά ιστορικά, όχι μόνο γιατί η εργατική τάξη απέκτησε καθοδηγητικό ντοκουμέντο για την ανάπτυξη του ταξικού αγώνα, αλλά και γιατί διατυπώνει πρωτοπόρες πολιτικές διεκδικήσεις, αναδεικνύοντας στη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο ότι το κόμμα εξέφραζε την πιο φωτεινή σκέψη της εποχής. Ορισμένες απ' αυτές τις διεκδικήσεις είναι ακόμη επίκαιρες.
Η «κατάργησις όλων των νόμων που περιορίζουν τα δικαιώματα της γυναικός και του νόθου παιδιού», «η ελευθερία πάσης θρησκείας χωρίς την ανάγκη επισήμου θρησκείας», η «κατάργησις της μυστικής διπλωματίας», η «μετατροπή του συστήματος φυλακών εις μορφωτικά ιδρύματα» είναι μερικά από τα πιο πρωτοπόρα πολιτικά για την εποχή, αλλά και για το σήμερα, αιτήματα. Στο Πρόγραμμα, επίσης, γίνεται προσπάθεια να διατυπωθούν αιτήματα για την αγροτιά, τόσο με την «ελευθερία των συνεταιρισμών», όσο και με «την εθνικοποίηση των τσιφλικιών και των μοναστηριακών κτημάτων και την παραχώρησή των εις τας κοινότητας των καλλιεργητών».
Το πρόγραμμα, αποτελούνταν από δύο ενότητες, τις αρχές, που διατύπωναν τη στρατηγική και την ταχτική και το «πρόγραμμα των σημερινών απαιτήσεων», τις άμεσες διεκδικήσεις.
ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΑΙ
1) Την κατάργησιν του βασιλικού θεσμού και την εκδημοκράτησιν της νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας, δηλαδή την εγκαθίδρυσιν της λαϊκής δημοκρατίας, ως μεταβατικής περιόδου διά την πραγματοποίησιν της σοσιαλιστικής πολιτείας.
2) Το δικαίωμα της ψηφοφορίας και της εκλογής εις άνδρας και γυναίκας για κάθε είδος εκλογής. Το εκλογικόν σύστημα της αναλογικής αντιπροσωπείας, τη συντόμευσιν της βουλευτικής περιόδου από τέσσερα χρόνια εις δύο, τη στενή εκλογική περιφέρεια και το ψηφοδέλτιο.
3) Εισαγωγή του θεσμού του δημοψηφίσματος (ρεφερέντουμ), δυνάμει του οποίου η κυβέρνησις υποχρεούται να εισάγη εις την Βουλήν εντός ωρισμένης προθεσμίας πρότασιν νόμου, την οποίαν ωρισμένος αριθμός πολιτών ήθελε ζητήσει. Επίσης, η κυβέρνησις να υποχρεούται να απευθύνεται προς τον λαόν, όπως διά δημοψηφίσματος εξακριβούται αμέσως η γνώμη αυτού επί ωρισμένων σπουδαίων ζητημάτων και ειδικώς, προκειμένου περί επιστρατεύσεως, πολέμου, συνθήκης, σπουδαίας φορολογικής, διοικητικής ή δικαστικής νομοθεσίας. Διά του δημοψηφίσματος, ο λαός θα δύναται να ασκή και άμεσον έλεγχον επί της κυβερνήσεως.
4) Κατάργησις του στρατιωτικού νόμου και ρητή απαγόρευσις νομοθετικών διαταγμάτων.
5) Αποκέντρωσις της διοικήσεως και οργάνωσις των νομών, δήμων και κοινοτήτων επί βάσεων δημοκρατικών.
6) Πολιτική ειρήνης, συνεννοήσεως και ειλικρινούς συνεργασίας με όλα τα κράτη. Κατάργησις της μυστικής διπλωματίας, των μυστικών συνθηκών και προϋπολογισμών. Υποχρεωτική διαιτησία δι' όλας τας μεταξύ των κρατών διαφοράς. Βαλκανική Δημοκρατική Ομοσπονδία. Η Κοινωνία των Εθνών.
7) Την μετατροπήν του ενεργού στρατού εις εθνοφρουράν και εκδημοκράτησίν της. Αποχήν κατ' αρχήν από κάθε πόλεμον. Αφοπλισμός όλων των κρατών και αναγκαστική διαιτησία διά πάσαν διαφοράν μεταξύ αυτών. Αναγνώρισις της εθνικής αμύνης κατόπιν αποφάσεως της διαιτητικής επιτροπής της Κοινωνίας των Εθνών. Αποχή από κάθε συμμαχίαν που φέρει εις πόλεμον.
8) Πλήρης ελευθερία των συνεταιρισμών, συνδικάτων, οργανώσεων κ.λπ., χωρίς καμμίαν ούτε κυβερνητικήν, ούτε δικαστικήν έγκρισιν ή άδειαν και αφαίρεσιν του δικαιώματος του κράτους να διαλύη τα σωματεία. Τούτο να αφορά και τας οργανώσεις των δημόσιων υπαλλήλων.
9) Πλήρης ελευθερία του Τύπου άνευ οιασδήποτε λογοκρισίας και περιορισμού και υπαγωγή παντός αδικήματος του Τύπου εις την δικαιοδοσίαν των ενόρκων.
10) Πλήρης εξασφάλισις της προσωπικής εκάστου ελευθερίας, αποζημίωσις παντός παρανόμως κρατηθέντος ή αθωωθέντος κατόπιν προφυλακίσεως. Καθορισμός ανωτάτου ορίου προφυλακίσεως. Πλήρης εξασφάλισις της οικιακής ασυλίας, επεκτεινόμενης και εις τα γραφεία κλπ. καταστήματα των σωματείων και κατάργησις όλων των νόμων που καταπατούν ή περιορίζουν την ελευθερίαν της σκέψεως. Κατάργησις των νόμων περί εκτοπίσεως.
11) Ελευθερία πάσης θρησκείας χωρίς την ανάγκην επισήμου θρησκείας. Η θρησκεία να αναγνωρισθή ως ιδιωτική υπόθεσις και η εκκλησία ως ιδιωτικόν ίδρυμα. Απαγόρευσις εις τους κληρικούς να διδάσκουν εις τα σχολεία. Ενέργεια των ληξιαρχικών πράξεων υπό της τοπικής διοικήσεως. Κατάργησις όλων των δημοσίων νόμων διά εκκλησιαστικούς και θρησκευτικούς σκοπούς και κατάργησις των διά θρησκευτικούς σκοπούς επιβαλλόμενων φόρων. Καθιέρωσις και του πολιτικού γάμου.
12) Πλήρης αστική, πολιτική, οικονομική και κοινωνική εξίσωσις των γυναικών προς τους άνδρας. Κατάργησις όλων των νόμων που περιορίζουν τα δικαιώματα της γυναικός και του νόθου παιδιού.
13) Απονομή της δικαιοσύνης υπό δικαστών εκλεγομένων υπό του λαού. Δωρεάν η συνηγορία και η διαδικασία. Οι ένορκοι να κρίνωσι και επί της επιβολής της ποινής και να δικάζωσι κατ' έφεσιν τας αποφάσεις των κατωτέρων δικαστηρίων. Να συστηθούν ιδιαίτερα δικαστήρια και διά τους ανήλικους. Υπαγωγή εις την Δικαιοσύνην των ορκωτών δικαστηρίων των κατά δημοσίων ή δημοτικών υπαλλήλων αδικημάτων, ως και η υπαγωγή εις την ιδίαν δικαιοδοσίαν των αδικημάτων των υπαλλήλων τούτων κατά πολιτών. Κατάργησις της θανατικής ποινής. Κατάργησις των στρατοδικείων και ναυτοδικείων. Οργάνωσις του σώματος των ενόρκων δημοκρατικώς.
14) Μετατροπή του συστήματος των φυλακών εις μορφωτικά ιδρύματα και βελτίωσις των υγιεινών συνθηκών αυτών. Ιδρυσης χωριστών φυλακών δι' ανηλίκους και γυναίκας ως επίσης διά τα πολιτικά αδικήματα.
15) Δωρεάν παροχήν της ιατρικής περιθάλψεως και των φαρμάκων.
16) Εκλαΐκευσις της εκπαιδεύσεως. Αυστηρά εφαρμογή της υποχρεωτικής εκπαιδεύσεως. Παροχή τροφής και των μέσων της διδασκαλίας εις τα παιδιά υπό των δήμων και κοινοτήτων. Ανώτατος αριθμός δι' έκαστον διδάσκαλον 25 μαθηταί και τάξεων εις ας διδάσκει δύο. Εκδημοκράτησις της διοικήσεως της εκπαιδεύσεως. Κατάργησις του άρθρου του Συντάγματος περί γλώσσης και εισαγωγή της δημοτικής γλώσσης εις όλην την εκπαίδευσιν. Εισαγωγή εις τα σχολεία της γλώσσης των διαφόρων εθνικοτήτων διά τους εκ τούτων μαθητάς.
17) Ανοικοδόμησις σχολικών κτιρίων και πολλαπλασιασμός των σχολείων.
18) Κατάργησις των εμμέσων φόρων και παντός φόρου εις τα είδη της πρώτης ανάγκης. Προοδευτική φορολογία επί του εισοδήματος και των κεφαλαίων διά την πληρωμήν όλων των δημοσίων δαπανών, αίτινες καλύπτονται διά φόρων. Βαρεία προοδευτική φορολογία επί των κληρονομιών αναλόγως προς το μέγεθος της κληρονομικής μερίδος και του βαθμού της συγγενείας.
19) Συμμετοχή του κράτους εις τα κέρδη των μεγάλων μονοπωλίων, εταιρειών και επιχειρήσεων. Κατάσχεσις των έκτακτων κερδών. Εθνικοποίησις των ατμοπλοίων και σιδηροδρόμων, μεταλλείων, τραπεζών, ως και των μεγάλων επιχειρήσεων και συμμετοχή εις την διοίκησιν των ενδιαφερομένων εργατών.
20) Χρησιμοποίησις των πόρων του κράτους πρωτίστως διά παραγωγικούς σκοπούς.
21) Την εθνικοποίησιν των τσιφλικιών και των μοναστηριακών κτημάτων και την παραχώρησίν των εις τας κοινότητας των καλλιεργητών.
ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ
1) Οι επιθεωρηταί και επόπται εργασίας διά την εφαρμογήν της εργατικής νομοθεσίας να είναι επαρκείς και να εκλέγωνται από τους οργανωμένους εργάτας.
2) Συμπλήρωσις της ήδη υπαρχούσης εργατικής νομοθεσίας. α) Την διά νόμου καθιέρωσιν του οκταώρου ως ανωτάτου ορίου εργασίας. β) Τον διά νόμου καθορισμόν του κατωτάτου ορίου αμοιβής. γ) Την διά νόμου καθιέρωσιν της υποχρεωτικής Κυριακής αργίας και αγγλικής εβδομάδος. δ) Την ίδρυσιν υπό του κράτους ταμείων εργατικών συντάξεων, αλληλοβοηθείας και προς συντήρησιν και θεραπείαν των ασθενούντων εργατών λόγω των συνθηκών και της φύσεως της εργασίας. ε) Την υπό του κράτους ανέγερσιν και συντήρησιν σανατορίων προς απομόνωσιν και θεραπείαν των φυματιώντων εργατών. στ) Την διά νόμου υποχρέωσιν των δήμων και κοινοτήτων να συντηρούν γυναικολογικά μαιευτήρια διά τας γυναίκας των εργατών με πλήρεις αποδοχάς οκτώ πριν του τοκετού και οκτώ μετ' αυτόν εβδομάδας. ζ) Την διά νόμου καθιέρωσιν νομίμου συστήματος επαγγελματικής εκπαιδεύσεως τη συμπράξει και των οργανωμένων εργατών. η) Την διά νόμου καθιέρωσιν του κλεισίματος των εργοστασίων και επιχειρήσεων εκείνων, των οποίων οι εργάται απεργούν σύμφωνα με τας αποφάσεις των σωματείων των. θ) Την διά νόμου καθιέρωσιν ειδικών δικαστηρίων προς εκδίκασιν των ατομικών υποθέσεων μεταξύ εργατών και εργοδοτών τη συμπράξει και των οργανωμένων εργατών. ι) Την μεταρρύθμισιν του νόμου 551 περί δυστυχημάτων και την καθιέρωσιν μέτρων περί ασφαλείας, υγιεινής και άλλων προστατευτικών μέτρων διά τους εργάτας εις κάθε είδος επαγγέλματος και γενίκευσιν του νόμου τούτου δι' όλα τα επαγγέλματα. ια) Μεταρρύθμισιν του νόμου περί ανωτάτου συμβουλίου εργασίας, ούτως ώστε οι εργάται να αποτελέσουν το ήμισυ του συμβουλίου και να εκλέγωνται υπό των επαγγελματικών ομοσπονδιών. ιβ) Τη μεταρρύθμισιν του νόμου 4029 περί ανηλίκων ούτως ώστε οι κάτω των 16 ετών να μην επιτρέπεται να εργαστούν. Κατάργησις όλων των εξαιρέσεων του νόμου τούτου. Αι υπηρέτριαι να λογίζονται εργάτριαι και να απολαμβάνουν όλων των ευεργετημάτων των απορρεόντων από τους εργατικούς νόμους. Η εργατική νομοθεσία να επεκταθεί και εις τους εργάτας γεωργούς. ιγ) Τη διά νόμου απαγόρευσιν της νυκτερινής εργασίας διά τα παιδιά και τας γυναίκας και την διπλήν πληρωμήν διά τα νυκτέρια των εργατών. ιδ) Την διά νόμου απαγόρευσιν εις τους εργοδότας να επιβάλλουν κάθε είδους ποινήν εις τους εργάτας.
3) Την κατάργησιν κάθε νόμου που εμποδίζει την απεργίαν.
4) Την κατάργησιν του νόμου περί επιστρατεύσεως των εργατών διαφόρων επαγγελμάτων.
Πηγές:
1. «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, 1918-1949, τ. 1ος», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»
2. «Σαράντα χρόνια του ΚΚΕ, 1918-1958, επιλογή ντοκουμέντων», «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις»
3. Βασίλη Λάζαρη: «Οι ρίζες του Ελληνικού Κομμουνιστικού Κινήματος», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»
4. Μ.Μ. Παπαϊωάννου: «Η Παρισινή Κομμούνα και η Ελλάδα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
Η προσχώρηση του ΣΕΚΕ (ΚΚΕ) στη Γ' Διεθνή
Η Γ' Κομμουνιστική Διεθνής ιδρύθηκε το Μάρτη του 1919. Δεν υπήρχε όταν ιδρύθηκε το ΣΕΚΕ. Από τους σοσιαλιστικούς ομίλους και τις άλλες οργανώσεις που συνενώθηκαν και ιδρύθηκε το Κόμμα, η Φεντερασιόν (Θεσσαλονίκη) ήταν ενταγμένη στη Β' Διεθνή. Το ζήτημα της σχέσης του ΣΕΚΕ με τη Διεθνή, θεωρούνταν επομένως λυμένο, αφού η ΚΕ του Κόμματος ζήτησε την ένταξή της η οποία και έγινε δεκτή. Το ΣΕΚΕ μάλιστα ήταν προσκεκλημένο στο συνέδριο της Β' Διεθνούς, το Φλεβάρη του 1920, με δικαίωμα δύο αντιπροσώπων. Η έκθεση δράσης της ΚΕ στο 2ο Συνέδριο του ΣΕΚΕ είναι αρκετά διαφωτιστική ως προς αυτό το ζήτημα, αλλά και την πρόταση της ΚΕ για αποχώρηση του ΣΕΚΕ από τη Β' Διεθνή και την προσχώρησή του στη Γ' Διεθνή. Βεβαίως, αμέσως με την ίδρυση της Γ' Διεθνούς το Κόμμα συνδέθηκε μέσω της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας, της οποίας ήταν μέλος και η οποία είχε συνδεθεί με τη Γ' Διεθνή στο πρώτο της Συνέδριο. Το δε Εθνικό Συμβούλιο στην πρώτη του σύνοδο στις 18-24 Μάη (31 Μάη - 5 Ιούνη) του 1919, είχε αποφασίσει για την αποχώρηση από τη Β' Διεθνή και την προετοιμασία για προσχώρηση στην Γ' Διεθνή. Η απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου πάρθηκε μετά από σκληρή ιδεολογική αντιπαράθεση και σύγκρουση. Συγκρούστηκαν από τη μια μεριά ο Αβραάμ Μπεναρόγιας (τμήμα Θεσσαλονίκης, ήταν κορυφαίο στέλεχος της Φεντερασιόν) και ο Αριστοτέλης Σίδερης, βουλευτής του ΣΕΚΕ (είχε τιμωρηθεί από το 1ο Συνέδριο μαζί τον Αλμπέρτ Κουριέλ, επίσης βουλευτή, και τον Παναγή Δημητράτο με 6μηνη παραμονή έξω από το Κόμμα, γιατί συμμετείχαν με έξοδα του κράτους και της κυβέρνησης Βενιζέλου, στο Συνέδριο της Β' Διεθνούς στο Λονδίνο, το Φλεβάρη του 1918). Αυτοί δεν ήθελαν την αποχώρηση από τη Β' και την προσχώρηση στη Γ' Διεθνή και πάλευαν από τις δεξιές οπορτουνιστικές αντιλήψεις της Β' Διεθνούς. Από την άλλη μεριά ήταν οι Δημοσθένης Λιγδόπουλος, Νίκος Δημητράτος, Μιχάλης Σιδέρης και Σπύρος Κομιώτης, που αντιμετώπιζαν από σωστές ιδεολογικά θέσεις και αρχές το ζήτημα και επέμειναν στην απόφαση για την Γ' Διεθνή.
Ο «Ριζοσπάστης», 6 (19) Απρίλη 1920, παρουσιάζοντας το 2ο Συνέδριο, δίνει χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την έκθεση δράσης της ΚΕ σχετικά με τη Διεθνή.
«Η θέσις του Κόμματος εις τη Διεθνή. - Η ΚΕ άμα ως ανέλαβε τα καθήκοντά της αμέσως εφρόντισεν να γνωστοποιήση τη σύστασιν του Κόμματος εις τη Διεθνή, διεκδικούσα υπέρ του Κόμματος το δικαίωμα της αναγνωρίσεώς του ως ελληνικού τμήματος της Διεθνούς μετά την επελθούσαν συγχώνευσιν εις το Κόμμα της σοσιαλιστικής εργατικής ομοσπονδίας Θεσσαλονίκης, ήτις ως γνωστόν, είχεν αναγνωρισθή ως Οθωμανικόν υποτμήμα της Διεθνούς. Πράγματι, ο εις Βρυξέλλας τότε επανελθών, λήξαντος του πολέμου, γραμματεύς της Β' Διεθνούς Χούισμαν απεδέχθη την έκθεσίν μας, προσεκάλεσε δε το Κόμμα να παραστή εις το συγκληθέν εν Βέρνη κατά Φεβρουάριον του 1920 συνέδριον προς ανασύστασιν της Διεθνούς με το δικαίωμα δύο αντιπροσώπων. Η ΚΕ η οποία δεν είχεν ακόμη προσανατολισθή προς τη ζύμωσιν η οποία ετελείτο διά την ανασύστασιν της Διεθνούς εν σχέσει με την επιβαλλομένην στάσιν, προέβη εις αμέσους ενεργείας όπως μη ευρεθή το Κόμμα ανέτοιμον και δε δυνηθή να αντιπροσωπευθή εις το πρώτον μετά τον πόλεμον συγκαλούμενον διεθνές σοσιαλιστικόν συνέδριον. Αλλ' ευτυχώς η ΚΕ εγκαίρως αντελήφθη, ότι εις το συγκαλούμενον συνέδριον δε θα ελάμβανον μέρος όλα τα κόμματα, τα οποία προ του πολέμου απετέλουν τη Διεθνή, ιδίως μετά το δημοσιευθέν μανιφέστον εκ Μόσχας, δι' ου ηγγέλετο η σύστασις της Γ' κομμουνιστικής Διεθνούς και ώρισεν ως όρον διά τη συμμετοχήν του Κόμματος εις το συνέδριον τούτο, όπως ο αντιπρόσωπος του Κόμματος κανονίση τη στάσιν του συμφώνως με τη στάσιν του επισήμου ιταλικού κόμματος. Η κυβέρνησις εν τούτοις δεν ενέκρινε την έκδοσιν των ζητηθέντων διαβατηρίων και ούτω δεν εδόθη η ευκαιρία εις το Κόμμα να επωφεληθή του γεγονότος διά να επικοινωνήση με τα αδελφά κόμματα των άλλων χωρών. Μετ' ολίγον, λήξαντος του συνεδρίου της Βέρνης, ο γραμματεύς της Β' Διεθνούς προσεκάλη το Κόμμα να συμμετάσχη εις τας εργασίας τού εν Αμστερνταμ συνερχομένου γραφείου της Β' Διεθνούς. Αλλ' η ΚΕ ήτις έκτοτε παρηκολούθη την εξέλιξιν την οποίαν ελάμβανεν η κίνησης διά την αναδιοργάνωσιν της Β' Διεθνούς, όπως και το γεγονός της συστάσεως της Γ' Διεθνούς εν Μόσχα, επεφυλάχθη εις την αποδοχήν της προσκλήσεως της Β' Διεθνούς και έθεσε το ζήτημα της περαιτέρω θέσεως του Κόμματος υπ' όψιν του συνελθόντος κατά Μάιον εν Αθήναις Εθνικού συμβουλίου του Κόμματος. Το Εθνικόν συμβούλιο εις το οποίον οι αντιπρόσωποι όλων σχεδόν των τμημάτων προσήλθον με εντολάς προσχωρήσεως του Κόμματος εις την Γ' Διεθνή παρήγγειλεν εις την ΚΕ να διακηρύξη την απομάκρυνσιν του Κόμματος από τα ευθύνας και τας προσωπικάς προσπάθειας της Β' Διεθνούς και εξέφρασε την πίστιν του κόμματος υπέρ της δικτατορίας του προλεταριάτου, παρήγγειλε δε εις την ΚΕ όπως προπαρασκευάση το έδαφος διά την προσχώρησιν του Κόμματος εις την Γ' Διεθνή...
Το Β συνέδριον του Κόμματος, εφ' όσον θα είναι συνεπές προς τας εκδηλωθείσας εις τα συμβούλια αυτού τάσεις, δεν υπάρχει διά την ΚΕ αμφιβολία, ότι θα ευρεθή ομόφωνον εις τη νέαν θέσιν του Κόμματος και ότι εν συνειδήσει των ανειλημμένων υποχρεώσεων θα επικυρώση και θα επιβεβαιώση τον προσανατολισμόν του Κόμματος εις την Γ Διεθνή».
Βεβαίως, για το ζήτημα αυτό υπήρξε ξεχωριστή εισήγηση στο Συνέδριο, η οποία έκανε κριτική από σωστές γενικά θέσεις στη Β' Διεθνή, παρουσίασε τις αρχές της Γ' Διεθνούς με σύντομες ιστορικές αναφορές για τη διάσπαση της σοσιαλδημοκρατίας και τις προσπάθειες των αριστερών σοσιαλδημοκρατών στο Τσίμερβαλντ, στο Κίενταλ και στη Στοκχόλμη για τη χάραξη Λενινιστικής ταχτικής στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τέλος για τη θέση του ΣΕΚΕ, προτείνοντας στο τέλος σχέδιο απόφασης. Η απόφαση δεν πάρθηκε χωρίς αντιπαράθεση. Αντιτάχθηκε ο Αριστοτέλης Σίδερης.
Επίσης, υπήρξε πρόταση του Αλμπέρτ Κουριέλ να μην προσχωρήσει στην Γ' Διεθνή, αλλά μόνο ότι αποδέχεται τις αρχές και τις αποφάσεις της. Μετά από συζήτηση πάρθηκε η εξής απόφαση:
«Το Β Εθνικόν συνέδριον του Σοσιαλιστικού εργατικού κόμματος της Ελλάδος δεχόμενον
α) Οτι η Β' Διεθνής αποβλέψασα εις τη δημιουργίαν "εθνικών σοσιαλισμών", αναγνωρίσασα την ανάγκην της εθνικής αποκαταστάσεως και μη δυνηθείσα διά τούτο κατά την κρίσιμον στιγμήν της κηρύξεως του πολέμου να κρατήση υψηλά την καθαρώς διεθνιστικήν σημαίαν του σοσιαλισμού, έπαυσε να εμπνέη εμπιστοσύνην εις τα επαναστατικά κόμματα αι δε αρχαί της δεν έχουν πλέον την δύναμιν να ηλεκτρίσουν και να διαπαιδαγωγήσουν τας εργαζομένας μάζας διά τον τελικόν σκοπόν, γεγονός διά το οποίον όλα τα κόμματα που ηρνήθησαν να συμμαχήσουν με την αστικήν τάξιν, όλα τα ζωντανώτερα και πλησιέστερον προς το τέρμα του αγώνος των ευρισκόμενα κόμματα έπαυσαν αποτελούντα τμήματα της Διεθνούς ταύτης.
β) Οτι η παρούσα περίοδος είναι περίοδος μεταβατική, κατά την οποίαν το παγκόσμιον προλεταριάτον πρέπει να ετοιμάζεται διαρκώς διά την κατάληψιν της εξουσίας της οποίας πρώτος σταθμός θα είναι η επιβολή της δικτατορίας του και όχι η αστική δημοκρατία υπό οιανδήποτε μορφήν.
γ) Οτι προς τον σκοπόν της διατηρήσεως της ακμής του επαναστατικού πνεύματος είναι απαραίτητον να ενισχυθή πάση δυνάμει η ρωσική επανάστασις και,
δ) Οτι οι ιδιαίτεροι γεωγραφικαί και ιστορικαί συνθήκαι, υπό τας οποίας αναπτύσσεται το κίνημα της εργατικής τάξεως εις την Ελλάδα, επιβάλλουν εις το Κόμμα το οποίον την αντιπροσωπεύει ν' ακολουθήση τον δρόμον που ηκολούθησαν ήδη τα άλλα σοσιαλιστικά κόμματα της Βαλκανικής.
Αποφασίζει:
1) Εγκρίνει την απόφασιν του Εθνικού συμβουλίου περί αποχωρήσεως του Κόμματος από τη Β' Διεθνή.
2) Το Κόμμα προσχωρεί οργανικώς εις την Γ' Διεθνή της Μόσχας, της οποίας δέχεται τας αρχάς και τα ψηφίσματα.
3) Εγκρίνει και επιδοκιμάζει τας αποφάσεις της Βαλκανικής κομμουνιστικής συνδιασκέψεως, ήτις συνήλθεν εν Σόφια την 15ην Ιανουαρίου (νέο ημερολόγιο) ε.ε. και,
4) Δίδει εντολήν εις την ΚΕ να εργασθή διά να συνδεθή το Κόμμα στενώτερον με τα σοσιαλιστικά κόμματα της Βαλκανικής που ακολουθούν την Γ' Διεθνή διά την προπαρασκευήν κοινού αγώνος των προλεταρίων της Βαλκανικής προς δημιουργίαν της Ομοσπονδιακής σοσιαλιστικής δημοκρατίας των συμβουλίων των εργατών και αγροτών της Βαλκανικής".
Η απόφαση είναι ιστορική αφού έγινε η αρχή προσχώρησης του Κόμματος στην Κομμουνιστική Διεθνή. Το Κόμμα έκανε ειδική έκδοση με τους 21 όρους εισδοχής των Κομμουνιστικών Κομμάτων στην Γ' Διεθνή τους οποίους είχε επεξεργασθεί ο Λένιν και τους οποίους δημοσίευσε ο «Ριζοσπάστης» στις 8 Νοέμβρη 1920, μετά το 2ο Συνέδριο της Γ' Διεθνούς. Επίσης, προστέθηκε στον τίτλο του Κόμματος η λέξη «Κομμουνιστικό». Ηδη ο Δημοσθένης Λιγδόπουλος είχε πάει στη Μόσχα για να παρευρεθεί στο 2ο Συνέδριο της Γ' Διεθνούς και να συνδέσει το Κόμμα με τη Διεθνή. Ηταν η συνέχεια της αποστολής του σαν αντιπρόσωπος του ΣΕΚΕ στη Συνδιάσκεψη της Βαλκανικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας, στη Σόφια, η οποία τη μετονόμασε Κομμουνιστική, το Γενάρη του 1920. Ο Δ. Λιγδόπουλος δε γύρισε ποτέ στην Ελλάδα, γιατί δολοφονήθηκε κατά την επιστροφή του μαζί με τον Ωρίωνα Αλεξάκη.
Το επόμενο βήμα ήταν η εναρμόνιση του Προγράμματος του Κόμματος με τις αρχές της Γ' Διεθνούς και πάρθηκε γι' αυτό σχετική απόφαση.
«Το Β συνέδριον του Κόμματος έχον υπ' όψιν του τη γνώμην του Εθνικού Συμβουλίου της 18ης Μαΐου περί μερικής αναθεωρήσεως του προγράμματος και την υπό του τμήματος Πειραιώς υποστηριζομένην πρότασιν περί ολικής αναστολής του προγράμματος και δεχόμενον:
1) Οτι η μεταβίβασις από του αστικού εις το σοσιαλιστικόν καθεστώς δε δύναται να γίνη με καμμίαν μεταρρύθμισιν της μορφής του πολιτεύματος επί το δημοκρατικώτερον, αλλ' ότι μόνον διάμεσος σταθμός είναι η δικτατορία της εργατικής τάξεως μέχρις ότου δημιουργηθούν όλοι οι αναγκαίοι όροι διά την κατάργησιν των τάξεων. 2) Οτι εις το σημείον που έφθασε σήμερον η εξέλιξις της κοινωνίας, κάθε πόλεμος υπό οιονδήποτε πρόσχημα κηρυσσόμενος δεν μπορεί να εξυπηρετεί ει μη μόνον την άμυναν των συμφερόντων της αστικής τάξεως. 3) Οτι η εργατική τάξις επ' ουδενί λόγω πρέπει να εμπιστεύεται τη διεύθυνσιν της τύχης της εις αστικά κατασκευάσματα ως η περιβόητος Κοινωνία των εθνών. 4) Οτι το κόμμα μας ανήκον εις τη Βαλκανικήν κομμουνιστικήν ομοσπονδίαν και αποδεχόμενον τας αρχάς και την τακτικήν της Γ' Διεθνούς οφείλει να προσαρμόση το πρόγραμμά του σύμφωνα με τας αρχάς και την τακτικήν αυτής.
Αποφασίζει:
α) Καταργεί εκ του προγράμματος όλα τα υπό του Εθνικού συμβουλίου της 18ης Μαΐου προτεινόμενα άρθρα τα οποία δε συμβιβάζονται με τας ανωτέρω αρχάς (άρθρον περί αστικής δημοκρατίας, Κοινωνίας εθνών και αμυντικού πολέμου). β) Εγκρίνει ίνα αναθεωρηθώσι όλα τα άλλα άρθρα του προγράμματος και γ) Αναθέτει εις την επιτροπήν ίνα επεξεργασθή και καταρτίση το πρόγραμμα του Κόμματος κατά τρόπον ανταποκρινόμενον εις τας γενικάς αρχάς της μελλούσης δράσεως και προπαγάνδας και της εξυπηρετήσεως των αναγκών των παραγωγικών τάξεων όσαι είναι απαραίτητοι διά την διευκόλυνσιν του τελικού αγώνος, συμφώνως με τας αρχάς της Γ' Διεθνούς».
Η οριστική ένταξη του ΣΕΚΕ (Κ) στη Διεθνή, έγινε με απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της στις 21 Σεπτέμβρη (4 Οχτώβρη) του 1920, και ανακοινώθηκε σε ρεπορτάζ της εφημερίδας του Κόμματος "Εργατικός Αγών", με τίτλο "Ο αντιπρόσωπός μας εις Μόσχαν" στις 11 (24) Οκτώβρη 1920, μετά από ανακοίνωση του Κόμματος. «Κατ' ανακοίνωσιν του Κόμματος βεβαιούται ασφαλώς η άφιξις εις Ρωσίαν του από διμήνου και πλέον αναχωρήσαντος αντιπροσώπου του Κόμματος (σ.σ. πρόκειται για τον Δ. Λιγδόπουλο, αλλά δεν αναφέρεται στο ρεπορτάζ μάλλον για λόγους περιφρούρησης), διά το Β συνέδριον της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Το γραφείον του Κόμματος στερείται πάσης πληροφορίας ως προς το δρομολόγιον το οποίον ηκολούθησε ο αντιπρόσωπός μας μετά την αναχώρησίν του εξ Αυστρίας όπου διέμενε... Είναι επίσης βέβαιον ότι ο αντιπρόσωπός μας δεν επρόφθασεν να παραστεί εις τας εργασίας του συνεδρίου, επρόφθασεν όμως τους αντιπροσώπους των άλλων βαλκανικών κομμάτων, οι οποίοι και συνέστησαν την επίσημον αναγνώρισιν του Κόμματός μας ως τμήματος της κομμουνιστικής Διεθνούς. Πράγματι δε, εις την συνεδρίασιν της Εκτελεστικής επιτροπής της 21ης Σεπτεμβρίου, ο πρόεδρος της κομμουνιστικής Διεθνούς Ζηνόβιεφ ανεκοίνωσε ότι το Κομμουνιστικόν Κόμμα της Ελλάδος έγινε ομοφώνως αποδεκτόν. Σημειωτέον ότι η αναγνώρισις αύτη του Κόμματός μας ενέχει τυπικήν πλέον σημασίαν, εφ' όσον το Κόμμα ουσιαστικώς είχεν αναγνωρισθή από της εισόδου του εις την Βαλκανικήν κομμουνιστικήν ομοσπονδίαν και της προσκλήσεώς του εις το Β συνέδριον της Κομμουνιστικής Διεθνούς...».
Πηγή: «Σαράντα χρόνια του ΚΚΕ, 1918-1958, επιλογή ντοκουμέντων», «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις».
Η πάλη του ΚΚΕ στις σύγχρονες συνθήκες
Η στρατηγική του ΚΚΕ για τη Λαϊκή Εξουσία και Οικονομία ανταποκρίνεται στα μακροπρόθεσμα και στα άμεσα συμφέροντα της εργατικής τάξης, της φτωχής αγροτιάς,των αυτοαπασχολούμενων, της νεολαίας και των γυναικών από τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Αποτελεί τη διέξοδο που προτείνει το ΚΚΕ στο λαό, απάντηση στη βαρβαρότητα του κεφαλαίου.
Tο σημαντικότερο στοιχείο των εξελίξεων σήμερα είναι η οικονομική κρίση που εκδηλώνεται ευρύτερα στον καπιταλιστικό κόσμο. Επιβεβαιώνει θέσεις και αλήθειες που χρόνια το Κόμμα προβάλλει, φέρνει στην επιφάνεια πιο διακριτά από χτες τον άλλο δρόμο πάλης και ανάπτυξης, το ζήτημα της κοινωνικοποίησης των βασικών και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, της εργατικής εξουσίας, του κεντρικού σχεδιασμού και του εργατικού ελέγχου. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες, το θέμα προς τα πού θα στραφούν οι εξελίξεις, αν θα δυναμώσουν οι θετικές διεργασίες, κρίνεται από το πώς διαμορφώνεται ο συσχετισμός δύναμης.
Οπως τονίζεται στην Πολιτική Απόφαση του 18ου Συνεδρίου, το KKE καθορίζει ως αμετακίνητο και ξεκάθαρο στόχο του το πέρασμα στην αντεπίθεση συνολικά σε όλα τα επίπεδα, με την ισχυροποίηση του KKE, με ένα Κόμμα σε πλήρη ετοιμότητα να ανταποκριθεί σε οποιεσδήποτε συνθήκες και στροφές της ταξικής επαναστατικής πάλης. Ενα Κόμμα πανέτοιμο να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και στην περίπτωση που έχουμε απότομη άνοδο της ταξικής πάλης, αλλά και σε καμπές, δυσκολίες ή προσωρινά πισωγυρίσματα. Ενα Κόμμα, που θα δρα αποτελεσματικά, όσο εξαρτάται από αυτό, για την προώθηση συσπειρώσεων σε αντιμονοπωλιακή, αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση, προϋπόθεση για τη συγκρότηση της λαϊκής κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας για τη Λαϊκή Εξουσία και Οικονομία. Ενα Κόμμα που θα αναδεικνύει την αναγκαιότητα και δυνατότητα του σοσιαλισμού - κομμουνισμού, ως της μόνης ρεαλιστικής και αποτελεσματικής απάντησης στην καπιταλιστική οικονομική κρίση, στην εκμετάλλευση και καταπίεση, στην ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα.
O σοσιαλισμός δεν είναι ένα αφηρημένο και απροσδιόριστο όραμα, αλλά στρατηγικός σκοπός του KKE προς κατάκτηση. Aπό αυτήν τη σκοπιά, το Kόμμα μας καθορίζει τις θέσεις του για τα καθημερινά προβλήματα των εργαζομένων, την τακτική του στην πολιτική πάλη, στη δράση του στο εργατικό συνδικαλιστικό και γενικότερο λαϊκό κίνημα. Το 18ο Συνέδριο εξόπλισε το Κόμμα με τις εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση τον 20ό αιώνα που εμπλουτίζουν την προγραμματική αντίληψη του Κόμματος για το σοσιαλισμό. Για το KKE η συνεχής μελέτη της θετικής και αρνητικής πείρας της σοσιαλιστικής επανάστασης - οικοδόμησης - ανάπτυξης, είναι συστατικό στοιχείο της δουλειάς του ώστε να μπορεί να δρα σήμερα με τη μεγαλύτερη δυνατή αποτελεσματικότητα, να έχει επιστημονικά επεξεργασμένη επαναστατική στρατηγική, να δίνει απαντήσεις σε μεγάλα σύγχρονα προβλήματα.
Tο καθήκον αυτό είναι σήμερα πιο επιτακτικό, σε μια περίοδο κατά την οποία επιτείνεται η σύγχυση για τις αιτίες που οδήγησαν στην καπιταλιστική παλινόρθωση, σε μια περίοδο φορτισμένη από απογοήτευση, μειωμένες ελπίδες και μεγάλα ερωτήματα, για το αν υπάρχει πραγματική διέξοδος. O αντιμονοπωλιακός αντιιμπεριαλιστικός αγώνας αντικειμενικά σήμερα εντάσσεται ακόμα πιο πολύ στην πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού. Είναι περισσότερο αντικαπιταλιστικός.
H Απόφαση για το σοσιαλισμό αποτελεί συμβολή στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, στην πάλη του ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τους πολέμους, για το ξεπέρασμα της κρίσης του, στην οποία συνεχίζει να βρίσκεται μετά το 1991. Δίνει όπλα στην ιδεολογική πολιτική διαπάλη με τις διάφορες αστικές και μικροαστικές θεωρίες, τη σοσιαλδημοκρατία και τις οπορτουνιστικές αντιλήψεις και αυταπάτες, τις παλιές συνταγές που εμφανίζονται ξανά σήμερα με το περιτύλιγμα του «νέου», για δήθεν «σοσιαλισμό με ελευθερία και δημοκρατία», περί «εθνικών ιδιαιτεροτήτων του σοσιαλισμού», που οδηγούν μόνο στη μακροημέρευση του καπιταλιστικού συστήματος.
Οπως αναφέραμε πιο πάνω, την περίοδο που διανύουμε, βασικό στοιχείο που καθορίζει τις εξελίξεις είναι η διεθνής καπιταλιστική οικονομική κρίση. Mια κρίση που το ξέσπασμά της αγκάλιασε συγχρονισμένα τις HΠA, την EE, την Ιαπωνία. Στην Ελλάδα, η κρίση ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη και βαθαίνει.
Στην περίοδο της κρίσης γίνεται ακόμα πιο φανερή η ασυμφιλίωτη αντίθεση μεταξύ της κοινωνικοποίησης της παραγωγής και της καπιταλιστικής ιδιοποίησης του παραγόμενου πλούτου. Συνενώνονται και ξεσπούν βίαια όλες οι αντιθέσεις της καπιταλιστικής οικονομίας.
H αστική διαχείριση σε όλες τις παραλλαγές της όχι μόνο δεν μπορεί να ματαιώσει την εκδήλωση της κρίσης, αλλά, αντίθετα, συνεπάγεται νέα όξυνση όλων των προβλημάτων της εργατικής τάξης, της πλειοψηφίας των εργαζομένων: Αύξηση της ανεργίας, της φτώχειας και της εξαθλίωσης, ένταση της κρατικής βίας και καταστολής. Στο διεθνές επίπεδο, θα οδηγήσει, στην αναζωπύρωση υπαρχουσών και εμφάνιση νέων εστιών ιμπεριαλιστικού πολέμου, όπως στην περιοχή μας, στην Ανατολική Μεσόγειο.
H εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα της χώρας μας δεν έχουν κανένα συμφέρον από «λύσεις» που βοηθούν το σύστημα να βγει από την κρίση του. Tο ταξικό εργατικό κίνημα πρέπει να αποκαλύψει, να απορρίψει και να εναντιωθεί στις σκόπιμα παραπλανητικές απόψεις περί «κοινού προβλήματος» «από κοινού αντιμετώπισης», «ρύθμισης», «εξυγίανσης», «εξανθρωπισμού» του καπιταλισμού, που «δαιμονοποιούν» το φιλελευθερισμό μόνο και μόνο για να σώσουν τον καπιταλισμό.
Σε αυτές τις συνθήκες, το KKE στρέφει την προσοχή του και την όλη δραστηριότητά του, υποτάσσει τη δράση του, στην κατεύθυνση της μόνης πραγματικής διεξόδου για το λαό και τη νεολαία: να επιταχυνθεί η διαδικασία της ανασύνταξης του εργατικού κινήματος, της κοινωνικής συμμαχίας με τις αγωνιζόμενες δυνάμεις των αυτοαπασχολουμένων, της φτωχής αγροτιάς, να ενισχυθεί το παγκόσμιο εργατικό κίνημα.
Μπροστά σε όλο το Κόμμα, υψώνονται νέες, ακόμα μεγαλύτερες, απαιτήσεις του ιδεολογικού αγώνα, της πάλης των ιδεών μέσα στις γραμμές του κινήματος, η ανάγκη, δίπλα στο βασικό στόχο να αδυνατίσουν οι αστικές αντιλήψεις και τα αστικά ιδεολογήματα, να δεχτούν ιδεολογικοπολιτικό χτύπημα οι ρεφορμιστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις, που μπαίνουν βασικό εμπόδιο στην ενότητα σε ταξική βάση, στην κοινωνική συμμαχία, στη ριζοσπαστικοποίηση της λαϊκής συνείδησης και δράσης, στη διαμόρφωση ενός ενιαίου κοινωνικοπολιτικού μετώπου που οργανώνει την πάλη για την ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων, υπέρ της Λαϊκής Εξουσίας και Οικονομίας.
Σήμερα στην ιδεολογικοπολιτική μαζική αντιπαράθεση δύο δρόμοι, αντικειμενικά, συγκρούονται στην ελληνική κοινωνία:
O ένας είναι ο δρόμος που γνωρίζουμε χρόνια τώρα, που έχει γίνει ακόμα πιο δύσβατος την τελευταία 20ετία, ειδικά μετά τη Συνθήκη του Mάαστριχτ. Eίναι ο δρόμος που συμφέρει το κεφάλαιο, τα μονοπώλια, ο δρόμος της βαθύτερης ενσωμάτωσης στην EE και το NATO.
O άλλος δρόμος είναι της συγκρότησης της λαϊκής κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας της εργατικής τάξης με τους αυτοαπασχολούμενους και τη φτωχή αγροτιά, που κατευθύνεται στη Λαϊκή Εξουσία, Οικονομία. Είναι ο δρόμος που αναγνωρίζει αποκλειστικά και μόνον ως παραγωγό του πλούτου τον εργαζόμενο άνθρωπο και ως κίνητρο της παραγωγής την ικανοποίηση των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών.
Σήμερα, είναι ακόμα πιο αναγκαίο και επιτακτικό να κερδίσει έδαφος η αντίληψη ότι η πάλη για τα οξυμένα προβλήματα, η πάλη κατά των συνεπειών της κρίσης, η πάλη κατά των νέων αντεργατικών και αντιλαϊκών μέτρων πρέπει να εξελιχτεί σε πάλη κατά της εξουσίας των μονοπωλίων, των ιμπεριαλιστικών ενώσεών τους.
Δημιουργούνται οι προϋποθέσεις, το επόμενο διάστημα, τα επόμενα χρόνια, να μπουν στη δράση νέες εργατικές, λαϊκές μάζες, νέοι και νέες ιδιαίτερα από τα εργατικά και λαϊκά στρώματα. Kάτω από την πίεση της εκρηκτικής διάστασης των προβλημάτων, ο αγώνας είναι δυνατόν να εκφραστεί με οξυμένες και ανεβασμένες μορφές πάλης, απέναντι στις οποίες θα εκδηλωθεί άγρια καταστολή με όλες τις μορφές. H είσοδος στον αγώνα νέων λαϊκών μαζών, με μειωμένη ή και με ελάχιστη κοινωνική και πολιτική πείρα, πρέπει να στηριχτεί με την έντονη ιδεολογικοπολιτική παρέμβαση του Kόμματος, με την ανάπτυξη συλλογικών μορφών δράσης και ζωής των σωματείων με ταξικό προσανατολισμό, του ΠAME, αλλά και της ΠAΣY, της ΠΑΣΕΒΕ, του ΜΑΣ. Eτσι ώστε: Η αγανάκτηση να μετατρέπεται, όσο το επιτρέπουν οι συνθήκες, σε πολιτική συνείδηση και ωρίμανση με επίκεντρο τους δύο δρόμους ανάπτυξης και εξέλιξης της ελληνικής οικονομίας, της κοινωνίας γενικότερα. Ωστε να κατανοείται η ανάγκη της σημασίας της συγκρότησης της κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας, σε συνδυασμό με την ολόπλευρη στήριξη και ισχυροποίηση του KKE, που αποτελεί εγγύηση μαχητικότητας, σωστής κατεύθυνσης για το κίνημα, αποτελεσματικότητας των αγώνων του, ικανότητας του κινήματος να δρα κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.
Tο Kόμμα μας σε όλη την 90χρονη πορεία του, και σήμερα, συγκεντρώνει την προσοχή του στη δράση μέσα στην εργατική τάξη, στη νεολαία, στις γυναίκες, στον εργαζόμενο λαό, στις μαζικές οργανώσεις, στα κινήματα, στις λαϊκές μάζες γενικότερα. Oφείλει να γνωρίζει σε βάθος τα λαϊκά προβλήματα, να είναι σε ετοιμότητα και θέση μάχης να οργανώνει την πάλη, να στηρίζει κάθε λαϊκή δραστηριότητα, να παίρνει υπόψη ανάγκες και αιτήματα που προβάλλονται κατά κλάδο, στους χώρους εργασίας και σε επίπεδο δήμου, στη γειτονιά, ακόμα και αυτό που ενδιαφέρει ή συγκινεί μια μικρότερη ή λίγο μεγαλύτερη ομάδα ανθρώπων. Eκεί που τελικά κρίνεται πριν απ' όλα η ικανότητα του Kόμματος είναι πώς δρα στην εργατική τάξη και στους συμμάχους της, στη φτωχή αγροτιά και τους αυτοαπασχολούμενους που έχουν συμφέρον από τον αγώνα κατά των μονοπωλίων, που αποτελούν αντικειμενικά τις κοινωνικές δυνάμεις της λαϊκής συμμαχίας. Aπό το συσχετισμό μέσα στα κινήματα της εργατικής τάξης και των συμμάχων της καθορίζεται η μαζικότητα, η εμβέλεια, η αποτελεσματικότητα της πάλης, η συγκέντρωση δυνάμεων για την αντεπίθεση, τη ρήξη, την ανατροπή.
Το κόμμα μας συνεχίζει σ' αυτή τη γραμμή πλεύσης, παρά τον αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων. Ο συσχετισμός των δυνάμεων δε μένει παγιωμένος. Οι κοινωνικές αντιθέσεις είναι ασυμφιλίωτες και οξύνονται, σε πείσμα των απολογητών του καπιταλισμού. Η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα δε θα μείνουν καθηλωμένα στο χτες. Στην εργατική τάξη, ιδιαίτερα στις νέες γενιές της, όπως και στις νέες γενιές των λαϊκών στρωμάτων, αξίζει μόνο ένα μέλλον, αυτό που φοβάται ο καπιταλισμός: Το σοσιαλιστικό - κομμουνιστικό.
Ο 21ος αιώνας θα είναι ο αιώνας της ανασύνταξης των επαναστατικών δυνάμεων, της απόκρουσης της επίθεσης του διεθνούς κεφαλαίου, της αποφασιστικής αντεπίθεσης. Θα είναι ο αιώνας μιας καινούριας ανόδου του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος και μιας νέας σειράς κοινωνικών επαναστάσεων.
Πηγή: ΠOΛITIKH AΠOΦAΣH TOY 18ου ΣYNEΔPIOY TOY KKE